Κριτική του βιβλίου "Ποιήματα για ανθρώπους με διπλό κομοδίνο" από τον Κωνσταντίνο Μπούρα
Γράφει ο ποιητής, θεατρολόγος, μεταφρασεολόγος και κριτικός
Κωνσταντίνος Μπούρας.
Από την παρουσίαση τού βιβλίου στην ιστοσελίδα τού εκδοτικού οίκου ΟΤΑΝ διαβάζουμε:
«Όχι αναγκαστικά ποιήματα σε οικογενειακή συσκευασία, αλλά σίγουρα και για όσους παντρεύτηκαν.
Υπάρχει ποίηση για παντρεμένους; Γιατί όχι; Η ποίηση είναι για όλους.
Ίσως, μάλιστα, οι παντρεμένοι να τη χρειάζονται περισσότερο.
Ποιήματα για το τρυφερό τέλος της ανέμελης, μοναχικής νιότης μας.
Ποιήματα για τις μύχιες, ανομολόγητες σκέψεις της συμβίωσης, για τις μικρές καθημερινές σιωπές, τις συνήθειες, τις προσδοκίες, τις διαψεύσεις και τις υποχρεωτικές συμφιλιώσεις.
Ποιήματα για την αγάπη όταν παύει να είναι υπόσχεση και γίνεται ζωή.»
Ο Βασίλειος Ρ. Φλώρος συνδυάζει τρία διακριτά στοιχεία που του προσδίδουν μοναδικότητα και διακριτό λογοτεχνικό ύφος:
1. Ορθολογισμός
2. Σκηνική αντίληψη τού κοινού, του αποδέκτη του
3. Νεραϊδένια ματιά σε άλλες διαστάσεις, με μυθολογικό υπόβαθρο και καθαρές, έντιμες συγγραφικές προθέσεις.
Στον Βασίλειο Ρ. Φλώρο εφαρμόζεται το αριστοτελικό ρητό (δίκην αφορισμού) ότι Ηθικά και Αισθητική είναι σαφώς αλληλένδετες. Με το Φως συντεταγμένος, με την α-Λήθεια για το Κοινό Καλό τε και Αγαθό εργάζεται παντοιοτρόπως ο διακεκριμένος Λογοτέχνης Βασίλειος Ρ. Φλώρος. Ακόμα και ως εκλεγμένος συνδικαλιστής σε λογοτεχνικά σωματεία, ακόμα και ως ενεργός πολίτης, ως επαγγελματίας, ως εργαζόμενος είναι πάντα καλόγνωμος, με ευθύ βλέμμα κι έμφυτη ανάγκη να υπερασπιστεί κάθε αδύναμο κι απροστάτευτο όν.
Αυτή η στόχευση επηρεάζει αμφίδρομα και τη συγγραφική πρόθεση. Λόγος ρητός και υπόρρητος, σε όλα τα επίπεδα τού λογοτεχνικού του «σώματος» υποφώσκει η ίδια ευγένεια, λαϊκή, πατρο-μητρο-παράδοτη.
Η επαφή του με τη Φύση και με τις άλλες διαστάσεις είναι ένα άλλο βασικό στοιχείο που τον ξεχωρίζει από τη χορεία (από την πλειοψηφία) των συγγραφούντων σήμερα. Διατηρεί ανέπαφο τον μίτο τής Αριάδνης που μας βγάζει από τα Σκοτάδια τού Δυτικού Ρασιοναλισμού.
Οι άνθρωποι μπορούν να είναι και νεραϊδοπαρμένοι και φευγάτοι και Δάσκαλοι πνευματικοί, παγκόσμιοι… Μόλις ξαναβρούμε την άρρηκτη σύνδεση μεταξύ Ορατού και Αόρατου, Επιστητού και Άφατου… τότε και μόνον τότε θα αφήσουμε το στίγμα μας ανεξίτηλο στην αιωνιότητα τής επομένης γενιάς, τουλάχιστον…
Ήδη ο τίτλος, με τη φιλάνθρωπη ειρωνεία του και τον καλόγνωμο σαρκασμό του υποδηλώνει και το στίγμα και τη μέθοδο και το προσδοκώμενο αισθητικό αποτέλεσμα: «Ποιήματα για ανθρώπους με διπλό κομοδίνο».
Ακόμα και οι τίτλοι τών πονημάτων αυτών στα Περιεχόμενα συναπαρτίζουν ένα άλλο μωσαϊκό μετά-κείμενο, μετά-ποίημα:
«Τα καθημερινά του έγγαμου βίου..............................
Μια ευτυχισμένη μέρα.................................................
Οι νύχτες της ψυχής.....................................................
Πάντα ήμουν το λιμάνι σου...........................................
Το σκοτάδι και το φως της συμβίωσης...........................
Πια δε σε γνωρίζω........................................................
Οικογένειες φόβου και γενναιότητας..............................
Οι παλιές μου αγάπες...................................................
Η αγάπη των συζύγων ή αρχαιολογία των ονείρων.........
Οι δικοί σου άνθρωποι.................................................
Ο πόλεμος...................................................................
Ο γενναιόδωρος...........................................................
Ξεχασμένη αγάπη........................................................
Γλυκιά ζωή..................................................................
Ματαιόδοξοι πνιγμοί....................................................
Μαρία.........................................................................
Κυριακάτικοι κύκλωπες...............................................
Η πιο λαμπρή απιστία..................................................
Αιώνιος Αύγουστος ή αυτά που πρέπει..........................
Τα κατ' εξακολούθηση «Σ'αγαπώ»...............................
Η ζωή που θα θέλαμε...................................................
Ζούμε χωρίς έρωτα......................................................
Πάντα υπήρχε κάτι... ...................................................
Οιδίποδας....................................................................
Αναγκαστικοί γάμοι....................................................
Πόσο θα μείνω μαζί σου παντρεμένος..........................
Η θεογονία της πολύχρονης σχέσης.............................
Να φύγω ή να μείνω...................................................
Εάν είχα φύγει............................................................
Δεν θα μπορούσα χωρίς εσένα.....................................».
Ας επισημάνουμε ότι αμέσως μετά το ποίημα με τον τίτλο «Οιδίποδας» στη σελίδα 43 ακολουθεί στη σελίδα 45 το ειρωνικότατο «Αναγκαστικοί γάμοι»:
Οιδίποδας
Κάποια Κυριακάτικα πρωινά με πονάνε τα κόκαλα της ύπαρξής μου. Τεντώνομαι στα εγκόσμια, οικογένεια, καριέρα και ευθύνες.
Χασμουριέμαι πάνω σε μια στρωμένη ζωή με το παλαιολιθικό τραύμα μου να ρέει υποσχέσεις απελευθέρωσης.
Σκέφτομαι τότε να φύγω, μ' ένα σακίδιο στην πλάτη, δεν ξέρω για πού, να χαθώ στα νησιά του κόσμου, αιώνιος τουρίστας.
Έπειτα ανακατεύω στον καφέ μου τη ζάχαρη της Συνείδησης μ' ένα σπαθί ονειρικής δόξας, που το έχω για κουτάλι, και καταπίνω γουλιά-γουλιά όσα έχω χτίσει πάνω στο αυθαίρετο οικόπεδο
του συζυγικού μας χρόνου, παράπλευρα στη ρεματιά της θνητοσύνης.
Πριν τα ορμητικά νερά του δρεπανοφόρου χειμώνα μου πάρουν αυτά που οικοδόμησα, τα παράνομα των μύθων μου, τα ωραία των παθών μου, και βυθιστούν στη θάλασσα της τραγικής ολοκλήρωσης.
Τότε ξαφνικά ημερεύω καθώς νιώθω ότι πάντα θα είμαι ένας περιπλανώμενος Οιδίποδας έξω από την Θήβα του Αιωνίου, γυρεύοντας μια υπέρτατη παρηγοριά, πληγωμένος από το κοσμικό τραύμα της Αλήθειας.
*
Αναγκαστικοί γάμοι
Έζησα τη ζωή μου σαν παντρεμένος έστω και αν αισθανόμουν ότι δεν παντρεύτηκα ποτέ.
Είχα όμως παντρεμένα όνειρα και συζύγους συναισθήματα, πεθερικά οι χαρές μου, μπατζανάκια και κουνιάδια οι ελπίδες της γενιάς μου, παιδιά μου οι ελευθερίες που λαχτάρησα.
Όσα διαζύγια και αν πήρα, ξανά και ξανά τα ίδια και τα ίδια, να ζω πάντα ως παντρεμένος με ανάγκες, φόβους και όνειρα.
Επένδυσα άθελά μου σ’ ένα αιώνιο γάμο με τα καθημερινά και τ’ ανθρώπινα, με εκείνα που με έπλητταν αφόρητα, που δίχως αυτά φαίνεται πώς δεν μπορούσα να ζήσω...
Κι ακολουθούν δραματικώ τω τρόπω τα ομοιόθεμα αφηγήματα: «Πόσο θα μείνω μαζί σου παντρεμένος», «Η θεογονία της πολύχρονης σχέσης», «Να φύγω ή να μείνω», «Εάν είχα φύγει»...........
Για να καταλήξει η ομιλούσα ποιητική φωνή στο αναπόφευκτο συμπέρασμα: «Δεν θα μπορούσα χωρίς εσένα».
Δεν πρόκειται μήτε για αυτοψυχαναλυτικό ενδοσκοπικό υπαρξιακό σπαραγμό, αλλά ούτε και για σκηνικό τέχνασμα δίκην θεατρικότητος. Είναι απλώς το ύφος, η τεχνική και το στίγμα ενός γνήσιου λογοτέχνη που δεν ακολουθεί «συνταγές» όσο κι αν έχει κάπου βαθιά, δυσδιάκριτη τη δική του, προσωπική σχέση με τα πράγματα και με τους ανθρώπους…
Διαβάστε ετούτο το μοναδικό κι ανεπανάληπτο εν πολλοίς (ακόμα και από τον ίδιο τον εμπνευστή του) βιβλίο με την προσοχή και την (φιλοσοφική) ελαφράδα που αρμόζει στην εποχή μας.
Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας
Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου
Κριτική για το βιβλίο « Ποιήματα για ανθρώπους με διπλό κομοδίνο».
Δημοσιευμένη στο περιοδικό PERIOU.GR
Η ποίηση της συμβίωσης και του ανεκπλήρωτου «Η ποίηση είναι η διήγηση της ζωής που παλεύει να βρει λίγο φως», υποστήριζε ο Ουαλός ποιητής Ντύλαν Τόμας. Η φράση αυτή μπορεί να αποτελέσει έναν βασικό άξονα για την προσέγγιση της ποιητικής συλλογής Ποιήματα για ανθρώπους με διπλό κομοδίνο του Βασίλη Φλώρου (Όταν, 2026, ISBN: 978-618-5930-85-1). Στη συλλογή αυτή, το «διπλό κομοδίνο» γίνεται από την πρώτη στιγμή μια εύστοχη μεταφορά της κοινής ζωής.
Δύο άνθρωποι μοιράζονται τον ίδιο χώρο, τις ίδιες συνήθειες, τις υποχρεώσεις και τις αναμνήσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει πως παύουν να είναι δύο διαφορετικές, συχνά μοναχικές υπάρξεις.
Ο Φλώρος στρέφει το βλέμμα του στον γάμο και στη μακρόχρονη συμβίωση, καταγράφοντας με ειλικρίνεια, χιούμορ και ειρωνεία τις αντιφάσεις τους. Το «φως» που αναζητά η ποίησή του δεν βρίσκεται σε μια εξιδανικευμένη εικόνα της αγάπης, αλλά στην
προσπάθεια του ανθρώπου να βρει νόημα μέσα στην καθημερινότητα, στη φθορά, στις συγκρούσεις, στις απογοητεύσεις και στις αναπόφευκτες υποχωρήσεις. Το κοινό κρεβάτι δεν καταργεί τη μοναξιά, όπως και η φθορά δεν καταργεί αναγκαστικά
την αγάπη. Αντίθετα, μέσα σε αυτή τη διαρκή συνύπαρξη των αντιθέτων –έρωτας και συνήθεια, εγγύτητα και απόσταση, επιθυμία και υποχρέωση, φυγή και παραμονή–γεννιέται η ιδιαίτερη ποιητική φωνή της συλλογής.
Έτσι, το «διπλό κομοδίνο» δεν είναι απλώς ένα αντικείμενο της καθημερινότητας, αλλά ο συμβολικός χώρος όπου δύο άνθρωποι εξακολουθούν να συναντιούνται, να απομακρύνονται, να συγκρούονται και, τελικά, να αναζητούν ο ένας στον άλλον ένα
ίχνος από το φως που χάθηκε μέσα στα χρόνια. Η συλλογή κινείται διαρκώς ανάμεσα στο χιούμορ και τη μελαγχολία, την τρυφερότητα και την ειρωνεία, την επιθυμία για φυγή και την ανάγκη για παραμονή. Ο γάμος παρουσιάζεται ως ένας χώρος όπου συνυπάρχουν ο έρωτας που έχει φθαρεί, η συνήθεια που έχει γίνει αναγκαία, οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες και μια βαθύτερη αγάπη που επιμένει, ακόμη κι όταν δεν εκφράζεται πια με τους τρόπους του παρελθόντος.
Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα «Τα καθημερινά του έγγαμου βίου»(σσ.11-12), όπου η τραγικότητα της ύπαρξης συναντά το κωμικό της καθημερινότητας. Όταν ο ποιητής λέει στη γυναίκα του
«Θέλω να πεθάνω», εκείνη «με συμβουλεύει να πετάξω τα σκουπίδια πρώτα», ενώ όταν της λέει «Θέλω να ζήσω», τον ρωτά αν την αγαπά ακόμα. Η αντίθεση είναι απολαυστικά ειρωνική, αλλά πίσω από το χιούμορ κρύβεται μια ουσιαστική αλήθεια: η
καθημερινότητα, ακόμη και στις πιο πεζές εκδοχές της, είναι αυτή που τελικά συγκρατεί τον άνθρωπο από την απόλυτη διάλυση. Γι’ αυτό και ο ποιητής καταλήγει πως «Κάτι τέτοια καθημερινά με κρατάνε ακόμα ζωντανό» αλλά και «πεθαμένο».
Η ίδια αντίφαση επανέρχεται στη «Μια ευτυχισμένη μέρα»(σσ.13-14). Η ευτυχία δεν παρουσιάζεται ως έκρηξη χαράς αλλά ως μια ώριμη, σχεδόν μηχανική συνήθεια: «εγώ στον κόσμο μου και εσύ στο δικό σου». Ακόμη και ο έρωτας έχει μεταμορφωθεί σε μια πράξη μέσα στη ρουτίνα: «Μετά κάναμε τον έρωτα των παντρεμένων». Η φράση συνοψίζει με χαρακτηριστική ακρίβεια το παράδοξο της συλλογής: δύο άνθρωποι εξακολουθούν να είναι μαζί, αλλά ο χρόνος έχει αλλάξει το νόημα του «μαζί».
Από αυτή την απόσταση γεννιούνται «Οι νύχτες της ψυχής»(σ.15). Τη νύχτα ο ποιητής ξυπνά δίπλα στη σύντροφό του και αναζητά «τα χρόνια μας που περάσανε», τον «πεθαμένο μας έρωτα», τα σχέδια και τα όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν. Ωστόσο, η αναζήτηση αυτή δεν οδηγεί μόνο στην απώλεια. Ο ποιητής προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του πως είναι ακόμη ζωντανός, πως υπάρχει «φως και ελπίδα, / σκοπός και νόημα». Έτσι, η συλλογή δεν παραμένει εγκλωβισμένη στη νοσταλγία. Αναζητά έναν τρόπο να συνεχιστεί η ζωή μέσα από όσα έχουν απομείνει.
Ιδιαίτερο βάρος έχει η εικόνα της συμβίωσης ως ταξιδιού, πολέμου και αιχμαλωσίας. Στο ποίημα «Πάντα ήμουν το λιμάνι σου»(σ.16), ο ποιητής μετατρέπει τη σχέση σε ένα διαρκές ταξίδι, όπου ο ένας γίνεται για τον άλλο καταφύγιο. Στο «Το σκοτάδι και το φως της συμβίωσης»(σ.17), η κοινή ζωή είναι ταυτόχρονα φως και σκοτάδι, ενώ στο τέλος παραμένει μια κρίσιμη διαπίστωση: παρά όλα όσα έχουν συμβεί, ο ποιητής θέλει ακόμη να είναι μαζί της. Στο «Ο
πόλεμος»(σ.25), αντίθετα, η σχέση αποκτά σκληρότερη διάσταση. Ο ποιητής δηλώνει πως βρίσκεται ακόμη «σε πόλεμο που έχασα», μιλά για ανακωχές και «συνθήκες συμβίωσης», ενώ τα παιδιά γίνονται τα «λάφυρα» μιας ειρήνης που δεν κατάφερε ποτέ να ολοκληρωθεί. Ο εσωτερικός πόλεμος, όπως ομολογεί, «δεν τελείωσε ποτέ».
Ανάλογα κινείται και «Η αγάπη των συζύγων ή αρχαιολογία των ονείρων»(σ.22), όπου η αγάπη των συζύγων μπορεί να γίνει σκλαβιά: «Έπειτα αγαπάς τη σκλαβιά σου / και δεν μπορείς χωρίς αυτήν». Η φράση αυτή αποτελεί ίσως έναν από τους πιο καθαρούς πυρήνες της συλλογής. Η σχέση δεν είναι πλέον απλώς επιλογή· έχει γίνει μέρος της ταυτότητας. Ακόμη και όταν περιορίζει, ταυτόχρονα προσφέρει ασφάλεια, μνήμη και νόημα.
Στη «Γλυκιά ζωή» (σσ.28-29), η αντίφαση αυτή παίρνει την πιο συμπυκνωμένη μορφή της. Το επαναλαμβανόμενο «Έζησα μοναχικά, δηλαδή μαζί σου» και «Έζησα μαζί σου, δηλαδή μοναχικά» αντιστρέφει τις δύο έννοιες και δείχνει πως η μοναξιά
και η συντροφικότητα δεν είναι πλέον αντίθετες. Μπορούν να συνυπάρχουν μέσα στον ίδιο γάμο. Ο άνθρωπος μπορεί να είναι δίπλα σε κάποιον και ταυτόχρονα βαθιά μόνος.
Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται τα ποιήματα «Ζούμε χωρίς έρωτα»(σσ.40-41) και «Η πιο λαμπρή απιστία»(σσ.34-35). Στο πρώτο, η απουσία του πάθους έχει γίνει συνήθεια. Στο δεύτερο, η επιθυμία εξακολουθεί να υπάρχει και συγκρούεται με την ηθική. Ο ποιητής αισθάνεται «δικέφαλος», καθώς στο ένα κεφάλι βρίσκεται η ηδονή της ζωής και στο άλλο η ηθική. Η απιστία, επομένως, δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως πράξη αλλά ως εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα σε αυτό που επιθυμούμε και σε αυτό που έχουμε επιλέξει να είμαστε.
Το δίλημμα κορυφώνεται στα ποιήματα «Να φύγω ή να μείνω»(σσ.49-50) και «Εάν είχα φύγει»(σσ.51-52). Η σκέψη της φυγής επανέρχεται ξανά και ξανά, αλλά ποτέ δεν αποκτά οριστική μορφή. Το «Να φύγω ή να μείνω;» παραμένει ένα «ανερμήνευτο
δίλημμα». Και στο «Εάν είχα φύγει» η ζωή εξετάζεται μέσα από τα υποθετικά σενάρια μιας άλλης επιλογής. Όμως ο ποιητής γνωρίζει πως η ζωή που έζησε δεν μπορεί να αντικατασταθεί από μια φανταστική ζωή που δεν συνέβη.
Γι’ αυτό το τελευταίο ποίημα, «Δεν θα μπορούσα χωρίς εσένα» (σ.53), λειτουργεί ως ουσιαστική κατάληξη ολόκληρης της συλλογής. Μετά από όλες τις αμφιβολίες, τις συγκρούσεις, τις φαντασιώσεις φυγής και τις αναμνήσεις ενός έρωτα που άλλαξε μορφή, ο ποιητής επιστρέφει στη σύντροφό του. «Εσύ ήσουν το φως της ημέρας μου», γράφει, και αναγνωρίζει πως κάθε χρόνο που περνούσε την επέλεγε ξανά.
Η δύναμη της συλλογής βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την αμφισημία.
Ο Φλώρος δεν γράφει ούτε έναν ύμνο στον γάμο ούτε μια
καταγγελία της συμβίωσης. Γράφει για τη δύσκολη περιοχή
ανάμεσα στα δύο. Εκεί όπου η αγάπη έχει κουραστεί, ο έρωτας
έχει μεταμορφωθεί, η συνήθεια έχει γίνει ανάγκη και η φυγή
παραμένει πάντοτε μια πιθανότητα. Το χιούμορ λειτουργεί ως
άμυνα απέναντι στη φθορά, ενώ η τρυφερότητα αποκαλύπτει πως
πίσω από την ειρωνεία υπάρχει ένας άνθρωπος που, παρά τις
αμφιβολίες του, εξακολουθεί να νοιάζεται.
Έτσι, το «διπλό κομοδίνο» γίνεται τελικά κάτι περισσότερο από ένα
αντικείμενο της καθημερινότητας. Είναι ο χώρος όπου δύο
άνθρωποι κοιμούνται δίπλα δίπλα, κουβαλώντας ο καθένας τα δικά
του όνειρα, τους φόβους, τις απογοητεύσεις και τις επιθυμίες. Είναι
η μικρή σκηνή πάνω στην οποία παίζεται καθημερινά το μεγάλο
δράμα της συνύπαρξης.
Και ίσως γι’ αυτό η συλλογή δεν χρειάζεται μια οριστική απάντηση
στο ερώτημα αν πρέπει να φύγουμε ή να μείνουμε. Η δική της
απάντηση βρίσκεται στη μνήμη, στη συνήθεια, στα παιδιά, στις
κοινές ήττες και στις μικρές καθημερινές πράξεις που, παρά τα
πάντα, συνεχίζουν να μας δένουν. Στην τελευταία σελίδα, μετά από
τόσες αμφιβολίες, ο ποιητής καταλήγει στην πιο απλή και ίσως πιο
δύσκολη παραδοχή:
«Δεν θα μπορούσα χωρίς εσένα…»
Γράφει η Αντωνία Παυλάκου, φιλόλογος, συγγραφέας
Ο Βασίλειος Ρήγα Φλώρος μιλά θεατρικά και ποιητικά σε μια
Τιτανομαχία για ανθρώπους με διπλό κομοδίνο
Ο Βασίλειος Ρήγα Φλώρος είναι ένας εξελισσόμενος δημιουργός, που
κινείται με προσεκτικά βήματα στον χώρο του θεάτρου (συγγραφή,
σκηνοθεσία και ηθοποιία) αλλά και της λογοτεχνίας. Ποιητής,
κυριολεκτικά και μεταφορικά, καθώς επί χρόνια αθόρυβα «ποιεί έργον»
με απαρχή την υπηρεσία στην Εκπαίδευση ως εμψυχωτής νέων
ανθρώπων και με μια συνεχή ανοδική πορεία προς την ωριμότητα και το
ξεδίπλωμα του πολυεπίπεδου ταλέντου του. Η δημιουργική παρουσία του
στον πολιτισμό της Μεσσηνίας έγινε αισθητή όταν ανέλαβε
«καθοδηγητής» στο Θεατρικό Εργαστήρι Μεσσήνης. Έλαμψε με τη
θεατρική παραγωγή «Μινώταυρος – Τα αθώα τέρατα» το περυσινό
καλοκαίρι, συνέχισε τον περασμένο χειμώνα σκηνοθετώντας τη δική του
κωμωδία Κλάφτε τον και εξέπληξε θεαματικά το φετινό καλοκαίρι με την
παράσταση Τιτανομαχία στα ροζ. Και τα τρία κείμενα δικά του. Κάθε
έργο που γράφει και σκηνοθετεί ο Βασίλης Ρ. Φλώρος αποτελεί μια
συνεπή προσφορά του στον σκεπτόμενο άνθρωπο, μια παρέμβασή του
που αφήνει το αποτύπωμα της προσωπικότητας και του ταλέντου. Ένα
αποτύπωμα, το οποίο φέρνει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με κορυφαίες
αξίες -με την ελευθερία στην κορυφή της- του προβάλλει την αναζήτηση
της αλήθειας στις ανθρώπινες σχέσεις, ενώ του καλλιεργεί πρωτότυπη
παρηγορητική διάθεση για τα μετά τα φυσικά.
Γεννημένος στην Καλαμάτα, με καταγωγή από το Παλαιόκαστρο-
Ξηροκάσι Μεσσηνίας, με σπουδές στις Πολιτικές Επιστήμες, το θέατρο
και την υποκριτική, ο Βασίλης Φλώρος επιχειρεί να θέσει το πνεύμα και
τις γνώσεις του στην υπηρεσία του πολιτισμού και σταθερά να επηρεάσει
2
με τη δράση του την πνευματική ανάπτυξη του τόπου μας, της
Μεσσηνίας, αλλά και ευρύτερα, συχνά μέσα από έναν γόνιμο διάλογο
του απώτερου παρελθόντος (αρχαιότητα, μύθοι) με το παρόν.
Η συνομιλία του παρελθόντος με το παρόν δεν συμβαίνει μόνο στη
θεατρική γραφή του, αλλά αποτελεί σταθερό μέσον έκφρασης και στην
ποιητική του. Η τελευταία είναι ιδιαίτερη. Έχει δοκιμιακό χαρακτήρα με
φιλοσοφικό υπόστρωμα, με διάθεση και χαρακτήρα ανθρωποκεντρικό
στοχεύοντας να φωτίσει τις πτυχές της ανθρώπινης φύσης, να δείξει
δρόμους προς την αυτογνωσία, να πολεμήσει τη καθημερινότητα και τις
δυνάμεις που την καθιστού φοβιστική και την οπισθοδρομούν. Οι τόνοι
της γραφής σε κάθε κείμενό του είναι συχνά χιουμοριστικοί, ειρωνικοί,
σαρκαστικοί ή αυτοσαρκαστικοί, έτσι ώστε να έρχονται στο φως οι
ανθρώπινες αδυναμίες και ταυτόχρονα αβίαστα η ανάγκη για
αυτοβελτίωση.
Μέσα από το θέατρο και τον ποιητικό λόγο αλλά και με κάθε
μορφή λόγου δίνει διέξοδο στην ανάγκη του να εκφράζεται με τη
βεβαιότητα ότι η Τέχνη και γενικότερα ο πολιτισμός βοηθούν τους
ανθρώπους να βρουν γέφυρες επικοινωνίας μεταξύ τους και να γίνουν
καλύτεροι. Παραμένει, επίσης, πιστός στις «ευκαιρίες» δημιουργίας στη
Μεσσηνία, δίνοντας με τη σειρά του την ευκαιρία στο ανθρώπινο
δυναμικό της περιφέρειας να υπηρετήσει την Τέχνη και τον πολιτισμό με
εφόδια το μεράκι του και την επιμονή του ερασιτέχνη.
Η Τιτανομαχία στα Ροζ, με διακείμενο τον μύθο, την υπερβολή, τη
σάτιρα και την παρωδία μάς έφερε μπροστά σε ζητήματα της σύγχρονης
πραγματικότητας. Με λόγο οξύ, στα όρια βωμολοχικό, με ευφάνταστους
παραλληλισμούς απομυθοποιεί κάθε μορφή εξουσίας με αίτημα την
αρμονία στις ανθρώπινες σχέσεις, την ισορροπία και ισοτιμία στις
σχέσεις των δύο φύλων σε μια μελλοντική κοινωνία. Οι ιερές μορφές
αρχαίων θεών εκθέτουν τις αδυναμίες τους σε ένα λειτουργικό σκηνικό,
3
όπου ξεγυμνώνονται τα ψεύδη και ο διαχρονικές αδυναμίες της
κοινωνίας μας. Οι σχέσεις των δύο φύλων επανεξετάζονται και με
αφετηρία τη διαρκή δοκιμασία άνδρα – γυναίκας στην καθημερινή
διαβίωση, ο Βασίλειος Ρ. Φλώρος μεταφέρει μια άλλη σύγκρουση
Τιτάνων στη «σκηνή» του πρόσφατα εκδοθέντος ποιητικού βιβλίου του
Ποιήματα για ανθρώπους με διπλό κομοδίνο, εκδ, ΟΤΑΝ. Τιτάνες στην
εν λόγω συλλογή είναι οι δύο σύζυγοι. Ο ποιητής, σχεδόν παραβλέποντας
την αναγκαιότητα και τα αγαθά της θεσμικής συμβίωσης, δεν παραλείπει
και να τα αναφέρει παρέχοντας έτσι και το αντιστάθμισμα στις
παρενέργειες που προκύπτουν από την εφεύρεση μιας αποδοχής που έχει
ως βάση τη στέρηση της ελευθερίας και την παραμονή στη σχέση ακόμα
και όταν ο έρωτας που τη γέννησε έχει εξανεμιστεί. Αν, βέβαια, ξεκινά με
έρωτα ο γάμος και δεν συνάπτεται αποκλειστικά για λόγους οιουδήποτε
συμφέροντος, που δεν σχετίζεται με τα κοινωνικά ή τα ατομικά
ψυχολογικά οφέλη που εγγυάται ως θεσμός.
Ο Φλώρος αναλαμβάνει να αφαιρέσει το προσωπείο της
μακροχρόνιας σχέσης και να δει σε βάθος τι θυσιάζεται ακριβώς στον
βωμό των εξασφαλίσεων που παρέχει ο θεσμός, από την ανδρική κυρίως
σκοπιά. Υποδόρια συμπεριλαμβάνει και τη γυναικεία, όταν η ρηματική
έκφραση πραγματοποιείται σε πρώτο πληθυντικό και παίρνει τη μορφή
υπενθύμισης, παραίνεσης ή αφύπνισης της συζύγου από τον σύζυγο
σχετικά με την έκπτωση του ερωτισμού και την εισβολή της συνήθειας
και της καθημερινότητας.
Η κοινωνία στο μεταξύ συζητά μειδιώντας όσα παθήματα
υπογραμμίζει το ανδρικό ποιητικό υποκείμενο. Είναι ωστόσο αμφίβολο
αν αυτή, ακόμη και μετά τόσων χρόνων συζητήσεις περί ισοτιμίας των
φύλων, αποδέχεται να εκφράζονται οι ίδιες αλήθειες από γυναικεία
στόματα, ποιητικά ή μη. Ας δεχθούμε τουλάχιστον ότι η πρόθεση στην
έκφραση του ποιητή είναι ειλικρινώς συμπεριληπτική και απλώς θεωρεί
4
ότι έχει δικαίωμα να περιγράφει τα αισθήματα και την εμπειρία με την
οπτική κυρίως του δικού του φύλου, αφού αυτή γνωρίζει καλά, έχοντας
επίγνωση για τις διαφορές στον ψυχισμό των δύο φύλων.
Να σημειωθεί επίσης ότι κάθε ποίημα είναι λεκτικά, νοηματικά
και φιλοσοφικά τόσο άρτια δομημένο ώστε μετά την κυρίαρχη εντύπωση
της αμφισβήτησης να προβάλλεται και ο αντίποδας της θετικής εισφοράς
του θεσμού ή συνεισφοράς των συζύγων στην πεπατημένη της επιλογής
τους. Ο ποιητής μοιάζει να υπονομεύει έξυπνα την αρχική ιδέα του
επισημαίνοντας σχεδόν ειρωνικά αληθινές ή και ψεύτικες αιτιάσεις, με
τις οποίες στηρίζουν οι συμβιούντες την αρχική επιλογή τους και την
παραμονή τους στην έγγαμη σχέση.
Aναλυτικότερα, λοιπόν, στο ποίημα «Τα καθημερινά του έγγαμου
βίου» (σ. 11), οι φιλοσοφικοί προβληματισμοί για έναν έγγαμο είναι
πολυτέλεια, που δίνει τη θέση της σε πεζά ερωτήματα του τύπου «τι θα
φάμε;», «πότε έχουμε αργία;», ενώ τα όνειρα και οι αγωνιστική διάθεση
για μια καλύτερη συλλογική πραγματικότητα ξεχνιούνται, καθώς ο
καθένας ζει στον δικό του κόσμο χωρίς κοινωνικούς προβληματισμούς
και αναζητήσεις, προσβεβλημένος από τα «βακτήρια της απάθειας». Το
ποιητικό υποκείμενο συχνά δείχνει να κατηγορεί τη γυναίκα, με
δεξιοτεχνία ωστόσο, και εν γνώσει ότι εκείνη συνειδητά και χωρίς
πισωγυρίσματα σκύβει το κεφάλι στην αρχική θεσμική της επιλογή, στην
οποία «ελεύθερα» υποχρεώθηκε για την εξασφάλιση των παιδιών της
καταλαγιάζοντας τη θλίψη από την πάροδο του συζυγικού χρόνου όπως
παρακάτω: ‘«Δεν ξέρεις πόσο σ’ αγάπησα», μου λέει…”(σ. 15). Στο ίδιο
κλίμα είναι και το ποίημα «Ήμουν πάντα το λιμάνι σου» (σ. 18), μια ωδή
στη σταθερότητα με το σκοτάδι της συμβίωσης αλλά και το φως της
παραδοχής «ευτυχώς, θέλω ακόμα να είμαι μαζί σου…» (σ.17),
Δύσκολη είναι και η παραδοχή των αλλαγών στον χαρακτήρα
καθενός, μια νέα πραγματικότητα που φέρνει συν τω χρόνω δυσκολίες
5
στη συνεννόηση. Οι αλλοτινοί ερωτικοί σύντροφοι, καθώς δεν είναι
πλέον ούτε ψυχικά ούτε και σωματικά αναγνωρίσιμοι, ανατρέχουν για
παρηγοριά στην ανάμνηση των παλιών τους εαυτών. Τους κρατά
ενωμένους η μνήμη και η ευθύνη της οικογένειας «εκεί όπου η αγάπη και
η σκοτεινιά/μοιράζονται το ίδιο τραπέζι» (σ. 19).
Στις δυσκολίες της συμβίωσης και της οικογένειας έρχονται
παρηγορητικά και αναπόφευκτα οι θύμησες των παλιών ερώτων, παλιοί
πόνοι αλλά και ερανίσματα εμπειριών που πρόσφεραν γνώση και
διαμόρφωση χαρακτήρα μέχρι την τελική επιλογή συντρόφου.
Αυτή η τελική επιλογή για τον συζυγικό βίο ξεκινάει με την αγάπη, αλλά
μετά γίνεται σκλαβιά και «έπειτα αγαπάς τη σκλαβιά σου» (σ. 22, γιατί
έχει μεταβληθεί σε συμπόνοια και βόλεμα γύρω από τη συνήθεια.
Στο μέσον περίπου της συλλογής ξεχωρίζει το ποίημα «Οι δικοί
σου άνθρωποι». Ένας τέτοιος απειλητικός δικός άνθρωπος γίνεται και ο
σύντροφος, επικίνδυνος όσο και οι άλλοι. Ο ποιητής μάς φέρνει στον νου
τον Ζαν Πωλ Σαρτρ και το περίφημο «Η κόλασή μας είναι οι άλλοι».
Μόνο που και εμείς, όταν είμαστε οι άλλοι, γινόμαστε το ίδιο επικίνδυνα
δύσκολοι γι’ αυτούς. Οι ευθύνες για την εχθρότητα που προκαλείται
μέσα στη σχέση είναι αμοιβαίες και αποδομένες με εξαιρετικά δομημένο
συλλογισμό.
Με αφετηρία τα παραπάνω, ο Β.Φ. επισημαίνει ότι ο άνδρας
μέσα στον γάμο συμβιβάζεται και με τη βοήθεια της συντρόφου
πολεμάει τους παλιούς εαυτούς του και επέρχεται μια αλλαγή κοντινή
προς τη σύντροφο. Το τίμημα της υποταγής και της ανακωχής είναι οι
αγκαλιές των παιδιών, ενώ ο εσωτερικός πόλεμος πάντα υπάρχει για τις
διαφωνίες που υφίστανται αλλά δεν εκφράζονται. Μια παρωδία εαυτού
δηλαδή είναι αυτή η υποταγή, αποτυπωμένη και στο ποίημα «Ο
γενναιόδωρος» (σ. 26) για τον οικογενειάρχη που ξοδεύεται ψυχικά
«πλατύς σαν φως που χάνεται».
6
Μια ακόμη όψη της ανάλωσης στον γάμο είναι και η μοναξιά μέσα
σε αυτόν. «Έζησα μοναχικά, δηλαδή μαζί σου» λέει στο ποίημα «Γλυκιά
ζωή» (σ. 28), ειρωνευόμενος ο σύντροφος το τίποτα των παντοτινά
χαμένων ονείρων του (όνειρα με σαμάρι τα αποκαλεί), των υποταγμένων
στις ανάγκες και στις υποχρεώσεις, που τα βαφτίζει νοήματα για να
στηρίξει «το θέατρο της ύπαρξης». Από την άλλη πλευρά καταδικάζει τη
ματαιοδοξία των μεγάλων ονείρων και ευκαιριών ομολογώντας ότι δεν
είχε την τόλμη να τα κάνει λόγω ατολμίας του χαρακτήρα, προτιμώντας
την ασφάλεια του γάμου και την εξίσου ασφαλή αγκαλιά της μιας
συντρόφου επιλεγμένης για σταθερότητα.
Ο Β.Φ. όμως δίνει στο ποίημα «Μαρία» (σ.31) φωνή και στη
γυναίκα, που αγανακτισμένη ζητά απόδραση από τον γάμο, αναζητώντας
τον έρωτα, την ελευθερία κινήσεων, το άδειασμα των υποχρεώσεων.
Απεμπολεί την επιφανειακή ήρεμη ευτυχία που ισοδυναμεί με εσωτερική
ερημιά ίδια με εκείνη που περιγράφει η αρσενική ματιά. Η μοιραία όψη
της εσωτερικής ερημιάς κορυφώνεται με την παραίτηση «στην εποχή των
παγετώνων» ανταλλαγμένη ωστόσο με την επιτυχία όπως αντικειμενικά
την κρίνουν οι άλλοι (παιδιά, σπίτι, καριέρα) και χωρίς καμία προσφορά
στην ανανέωση της κοινωνίας (αποχαυνωμένες ιδέες), με εγκλωβισμό
στα «πρέπει» από τα οποία και μόνο πρέπει να αντλείται ευχαρίστηση.
Υπάρχει επίσης και η εκατέρωθεν ομολογία της αποτυχίας να ζήσει ο
καθένας τη ζωή που ονειρεύτηκε και όχι ένα υποκατάστατο ευτυχίας,
χωρίς κατ’ ανάγκην ο σύντροφος να είναι διαφορετικός..
Ακόμα όμως και στον κατά τεκμήριο «επιτυχημένο γάμο» οι φόβοι
είναι υπαρκτοί καθώς ο χρόνος φέρνει τη συντήρηση των απόψεων, την
ποίηση, την απώλεια της τόλμης, τη βάσανο των γηρατειών, την
ανυπαρξία του θανάτου, την ανία και τα εξακολουθητικά «Σ’ αγαπώ»
που κρύβουν πολέμους που δεν ξέσπασαν από φόβο και έτσι τηρήθηκε η
σκλαβιά του συνεχούς «Σ’ αγαπώ» (σ. 38). Από την άλλη πάντα υπάρχει
7
η αναγνώριση της διαφορετικότητας που οδηγεί στη σύγκρουση
εγνωσμένη από την έναρξη του έρωτα. Παρά την προσπάθεια
απελευθέρωσης ή απεγκλωβισμού, η προτίμηση γέρνει στα
«χρωμοσώματα της επιλεγμένης οικογενειακής ζωής» τη συχνή
ανανέωση της εις εαυτόν υπόσχεσης για φυγή, καταγεγραμμένη σε δύο
ποιήματα, στο «Πόσο θα μείνω μαζί σου παντρεμένος» (σ. 46) και στο
υποθετικό «Εάν είχα φύγει» όπως και στο δίλημμα «Να φύγω ή να
μείνω» (σ. 49), που ισοδυναμεί με την ειλικρινή ομολογία να διατηρηθεί
η τάξη του εαυτού στον γκρίζο χώρο της κυριαρχίας του.
Τέλος, ο ποιητής στο ευρηματικό ποίημα «Η θεογονία της
πολύχρονης σχέσης» (σ. 48) εξηγεί την παραμονή στον γάμο ως
μεταφυσική βαρεμάρα να διερευνά διαρκώς την ανθρώπινη ύπαρξη στο
πρόσωπο του άλλου φύλου, που σε κάποιες περιπτώσεις αποτελεί τον
σύντροφο που οδηγεί με τον τρόπο του το έτερον ήμισυ στην αληθινή
ολοκλήρωση.
Με μια μεγάλη γκάμα σχολιαστικών αποχρώσεων για τον έγγαμο
βίο ο Β. Ρ. Φ. θυμοσοφεί στα 30 δοκιμιακού τρόπον τινά χαρακτήρα
ποιήματά του βγάζοντας με τόλμη στην επιφάνεια βαθείς στοχασμούς ή
απλές μύχιες σκέψεις που κάνουν οι άνθρωποι με διπλό κομοδίνο πάνω
στην κορυφαία επιλογή της ζωής τους. Με γλώσσα λιτή που εμπεριέχει
συχνά έντονη μεταφορικότητα, π.χ. «Μια Τροία που βασιλεύει / όσες
φορές και αν καταστράφηκε / Μια ωραία αρχαιολογία των ονείρων»,
ακριβείς παρομοιώσεις, π.χ. «Σαν άγαλμα που θυμίζει / το αρχαίο κάλλος
του έρωτα, / γίνεται η αγάπη» και ευφάνταστες συζεύξεις επιθέτων και
ουσιαστικών που κινούνται μορφολογικά σε ελεύθερο κυρίως στίχο
αναδεικνύει αλήθειες που ξεπερνούν όσα αναφέρονται για τον γάμο στο
βιβλίο «Τα κατά συνθήκην ψεύδη». Το ειρωνικό στοιχείο κυριαρχεί για
να υπονομεύσει ή και να ανατρέψει με καυστικό τρόπο κατεστημένες
βεβαιότητες αναδεικνύοντας όλα τα κρυμμένα δραματικά στοιχεία ή και
8
δράματα ολόκληρα που κρύβει κάθε διπλή κρεβατοκάμαρα. Ως ποιητικό
υποκείμενο δείχνει ενσυναίσθηση και επίγνωση για τα ανεκπλήρωτα
όνειρα και τα πάθη των εγγάμων φανερώνοντας με χιουμοριστική
διάθεση τη μη ομολογημένη τους αυτεπίγνωση.
Χωρίς να παραλείπει να αναφερθεί και στις αναπηρίες όσων
επιλέγουν να μείνουν εκτός του θεσμού με το ένα και μόνο ποίημα
«Αναγκαστικοί γάμοι» και παρά το συμπαγές σώμα των 29 ποιημάτων
που δείχνουν να υπονομεύουν τον θεσμό, ο Βασίλειος Ρ. Φλώρος
παραθέτει στην αρχή του βιβλίου ένα αντί προλόγου κείμενό του. Σε
αυτό, ως απόλυτος θιασώτης της ελευθερίας του ανθρώπου,
αντιλαμβάνεται το δικαίωμά τους να γίνουν ή όχι συστημικοί
καταθέτοντας σε κάθε περίπτωση το τίμημα της επιλογής τους.
Τιτανομαχία ή πάλη με τον τιτάνα εαυτό μας εντός και εκτός
θεσμού, ο Β.Ρ.Φ. προ(σ)καλεί τον καθένα στην αυτεπίγνωση για την
επιλογή του. Ακολουθήστε το ποιητικό κάλεσμά του αρχικά! Αξίζει να
διαβάσετε σε αυτό αλήθειες, που εσείς δεν τολμάτε να ομολογήσετε!
Λέκκα Νικολίνα (Συγγραφεας)
Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου « Ποιήματα για ανθρώπους με διπλό
κομοδίνο» Αύγουστος 2026
Από τη Βιολογική Αναγκαιότητα στη Σύγχρονη Κρίση: Η Μεταμόρφωση
του Γάμου, του Έρωτα και του Θανάτου.
Στην αυγή της έμβιας ύπαρξης, οι μονοκύτταροι οργανισμοί
αναπαράγονταν με απλή διαίρεση, απολαμβάνοντας μια ιδιότυπη κυτταρική
αθανασία, η οποία όμως απέκλειε κάθε πιθανότητα εξέλιξης. Όπως αναλύει ο
βιολόγος Ζακ Ρυφιέ (Jacques Ruffié), η εμφάνιση της σεξουαλικής
αναπαραγωγής διέκοψε αυτή την αιώνια επανάληψη, εισάγοντας τη γενετική
ποικιλομορφία. Η φύση, ωστόσο, επέβαλε ένα σκληρό αντάλλαγμα: για να
γεννηθεί το νέο και το εξελιγμένο, το παλιό έπρεπε να πεθάνει. Ο θάνατος
έγινε έτσι το βιολογικό τίμημα για το προνόμιο της σεξουαλικότητας και της
ατομικής μοναδικότητας.
Αυτή η τυφλή βιολογική ορμή για τη διαιώνιση του είδους μεταφράστηκε
στην ανθρώπινη εμπειρία ως το θυελλώδες πάθος του έρωτα. Ο Άρθουρ
Σοπενχάουερ απομυθοποίησε αυτή την εμπειρία, χαρακτηρίζοντάς την ως μια
«μεταφυσική απάτη» της συμπαντικής Βούλησης για Ζωή. Το άτομο,
κυριευμένο από την ψευδαίσθηση ότι κυνηγά την προσωπική του ευτυχία,
επιλέγει ασυνείδητα έναν σύντροφο με βάση μια γενετική εξίσωση
αλληλοσυμπλήρωσης, ώστε να εξουδετερωθούν οι ατέλειές του στον
μελλοντικό απόγονο. Μόλις όμως ικανοποιηθεί το σεξουαλικό ένστικτο και
εκπληρωθεί ο σκοπός της φύσης, η αυταπάτη σβήνει, αφήνοντας πίσω της
την ανία, την απογοήτευση και τη συνειδητοποίηση ότι οι δύο σύντροφοι
παραμένουν ξένοι.
Για να ελέγξει αυτό το άστατο βιολογικό ένστικτο και να το καταστήσει
παραγωγικό, η οργανωμένη κοινωνία εφηύρε τον γάμο ως κοινωνικό θεσμό.
Σκοπός του δεν ήταν ο ρομαντισμός, αλλά η εκλογίκευση της συμβίωσης
μέσω ενός χρησιμοθηρικού συμβολαίου. Ο γάμος ανέλαβε να ρυθμίσει τη
νομιμότητα των απογόνων, να εξασφαλίσει την οικονομική συνεργασία και τη
μεταβίβαση της περιουσίας, να οργανώσει την ανατροφή των παιδιών και να
μειώσει τις κοινωνικές συγκρούσεις. Ιστορικά, ο θεσμός αυτός γνώρισε ριζικές
μεταμορφώσεις. Στην αρχαιότητα λειτουργούσε ως μια αυστηρά πολιτική και
οικονομική συμμαχία μεταξύ οικογενειών, ενώ στον Μεσαίωνα απέκτησε ιερό
και αδιάλυτο χαρακτήρα υπό την εκκλησιαστική κηδεμονία. Η εκκοσμίκευση
που έφερε ο Διαφωτισμός μετέτρεψε τον γάμο σε αστικό συμβόλαιο, ενώ η
Βιομηχανική Επανάσταση χάρισε στα άτομα την οικονομική αποδέσμευση
από την οικογένεια, επιτρέποντάς τους να επιλέγουν σύντροφο με βάση το
συναίσθημα. Έτσι γεννήθηκε ο σύγχρονος «γάμος από έρωτα».
Ωστόσο, αυτή η σύνδεση του θεσμού με το συναίσθημα οδήγησε, κατά τον
Πασκάλ Μπρυκνέρ, στην κρίση που βιώνουμε σήμερα. Ζητώντας από τον
γάμο να εγγυηθεί ταυτόχρονα τη σταθερότητα, την οικονομική ασφάλεια, αλλά
και το διαρκές ερωτικό πάθος, τον φορτώσαμε με προσδοκίες που κανένας
θεσμός δεν μπορεί να αντέξει. Η άνοδος των διαζυγίων στον 21ο αιώνα δεν
μαρτυρά την απόρριψη του έρωτα, αλλά την άρνηση των ανθρώπων να
συμβιβαστούν με τη φθορά του. Στη σύγχρονη εποχή του πλουραλισμού, με
την αποδοχή των εκτός γάμου παιδιών, την οικονομική ανεξαρτησία των
γυναικών και την καθιέρωση εναλλακτικών μορφών δέσμευσης (όπως τα
σύμφωνα συμβίωσης), ο γάμος έπαψε να είναι εργαλείο επιβίωσης.
Παραμένει, πλέον, μια ελεύθερη, συμβολική επιλογή, σε μια διαρκή πάλη
ανάμεσα στην ανάγκη του ανθρώπου για ασφάλεια . Τέλος τα δεσμά του
γάμου γίνονται ανυπόφορα επειδή η σύγχρονη κουλτούρα αποθεώνει το
«εγώ» και την προσωπική απόλαυση. Όταν η ρουτίνα του γάμου συγκρούεται
με την ανάγκη για διαρκή ανανέωση και ελευθερία, τα δεσμά γίνονται
αντιληπτά ως φυλακή, οδηγώντας στην έκρηξη της σχέσης και στο διαζύγιο.
Τα δεσμά του γάμου είναι βιολογικά, κοινωνικά και υπαρξιακά.
Η Κυνική & Ρεαλιστική Σχολή (Σοπενχάουερ & Μπρυκνέρ)
«Ο γάμος από έρωτα συνοδεύεται από τη δυστυχία.»
— Άρθουρ Σοπενχάουερ
«Το να παντρεύεσαι σημαίνει να κάνεις ό,τι είναι δυνατόν για να
γίνει ο ένας στον άλλον αντικείμενο αποστροφής.»
— Άρθουρ Σοπενχάουερ
«Η δυστυχία στους γάμους δεν οφείλεται στην έλλειψη αγάπης,
αλλά στην έλλειψη φιλίας.»
— Φρίντριχ Νίτσε
«Ζητάμε από τον γάμο μια αδύνατη σύνθεση: να φυλακίσει την
άγρια ελευθερία του έρωτα μέσα στα δεσμά της καθημερινής
ρουτίνας.»
— Πασκάλ Μπρυκνέρ
Η Ρομαντική & Συντροφική Σχολή
«Ο γάμος είναι μια μακρά συζήτηση που πάντα φαίνεται πολύ
σύντομη.»
— Αντρέ Μωρουά
«Ο έρωτας είναι μια τρέλα που περνάει. Ο γάμος είναι η τέχνη του
να μετατρέπεις αυτή την τρέλα σε μια βαθιά, ισόβια συμμαχία.»
— Βίκτωρ Ουγκό
«Ο πετυχημένος γάμος απαιτεί να ερωτεύεσαι πολλές φορές,
πάντα το ίδιο πρόσωπο.»
— Μινιόν ΜακΛάφλιν
«Αγάπη δεν είναι να κοιτάζει ο ένας τον άλλον, αλλά να κοιτάζουν
μαζί προς την ίδια κατεύθυνση.»
1. Η Θεσμική και Νομική Απελευθέρωση
Σε αντίθεση με το παρελθόν, το σύγχρονο δίκαιο και η κοινωνία παρέχουν
στον άνθρωπο εργαλεία που διασφαλίζουν την ατομική του αυτονομία μέσα
και έξω από τη σχέση:
Η ευκολία της εξόδου: Η καθιέρωση των συναινετικών διαζυγίων
(«εξπρές») σημαίνει ότι τα δεσμά δεν είναι πια ισόβια. Η ελευθερία
διατηρείται επειδή η παραμονή στον γάμο αποτελεί καθημερινή επιλογή
και όχι νομική παγίδα.
Οικονομική και προσωπική αυτονομία: Οι σύζυγοι (και ιδιαίτερα οι
γυναίκες) δεν χάνουν την νομική ή οικονομική τους υπόσταση. Η
διατήρηση της προσωπικής περιουσίας, της καριέρας και του ατομικού
ελεύθερου χρόνου είναι πλέον κοινωνικά αυτονόητη.
Εναλλακτικές επιλογές: Το σύμφωνο συμβίωσης προσφέρει μια πιο
χαλαρή μορφή θεσμικής δέσμευσης, επιτρέποντας στα ζευγάρια να
ρυθμίζουν τις υποχρεώσεις τους με μεγαλύτερη ευελιξία.
2. Το Παράδοξο του Πασκάλ Μπρυκνέρ: «Η Τυραννία της Επιλογής»
Αν και ο σύγχρονος άνθρωπος απαλλάχθηκε από τους καταναγκασμούς της
παράδοσης, ο Πασκάλ Μπρυκνέρ επισημαίνει ότι η ελευθερία αυτή έγινε η νέα
μας φυλακή.
Η ψευδαίσθηση των άπειρων επιλογών: Στην εποχή του
ατομικισμού και των εφαρμογών γνωριμιών (dating apps), ο άνθρωπος
νιώθει ότι πάντα υπάρχει μια «καλύτερη επιλογή» εκεί έξω. Αυτό
καθιστά τη βαθιά δέσμευση εξαιρετικά δύσκολη, καθώς η επιλογή ενός
συντρόφου σημαίνει αυτόματα τον θάνατο όλων των άλλων πιθανών
επιλογών.
Ο φόβος της ρουτίνας: Η σύγχρονη κουλτούρα αποθεώνει την
ελευθερία ως διαρκή ανανέωση, ένταση και απόλαυση. Όταν ο γάμος
φέρνει τη φυσιολογική καθημερινή ρουτίνα, το άτομο αισθάνεται ότι
«χάνει τη ζωή του» και ότι η ελευθερία του περιορίζεται.
3. Η Υπαρξιστική Οπτική (Σαρτρ & Μποβουάρ)
Ο Ζαν-Πολ Σαρτρ και η Σιμόν ντε Μποβουάρ εφάρμοσαν στην πράξη μια
εναλλακτική προσέγγιση: αρνήθηκαν τον παραδοσιακό γάμο και
δημιούργησαν ένα «συμβόλαιο» ελεύθερης σχέσης. Υποστήριζαν ότι:
Η αυθεντικότητα προηγείται του θεσμού: Για να είναι μια σχέση
αληθινή, πρέπει να βασίζεται στην απόλυτη ελευθερία των δύο μελών.
Αν χρειάζεσαι ένα κρατικό ή θρησκευτικό χαρτί για να μείνεις με τον
άλλον, τότε η σχέση σου βασίζεται στον καταναγκασμό και όχι στην
ειλικρινή επιθυμία.
Η παγίδα της «κακής πίστης»: Ο γάμος συχνά λειτουργεί ως άλλοθι
για να σταματήσουν οι άνθρωποι να προσπαθούν. Θεωρούν τον
σύντροφό τους δεδομένο («ιδιοκτησία») και παραιτούνται από την
προσωπική τους εξέλιξη.
1. Bruckner, P., 2012. Ο γάμος από έρωτα έχει αποτύχει;. Μετάφραση Σ.
Τριανταφύλλου. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη.
2. Ruffié, J., 1993. Η σεξουαλικότητα και ο θάνατος. Μετάφραση Μ.
Γεωργούλας. Αθήνα: Κέδρος - Ράππα.
3. Schopenhauer, A., 2024. Η μεταφυσική του έρωτα. Μετάφραση Μ.
Έξαρχου. Αθήνα: Οξύ.
Λέκκα Νικολίνα





