theatro h

Κριτικές για το βιβλίο Αρχέγονος Κήπος

Ο γνωστός Μεσσήνιος ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος υποδέχεται τα ποιήματα του νεότερου ομοτέχνου Μεσσήνιου Βασίλη Ρ. Φλώρου.

Γράφει η κριτικός λογοτεχνίας Δρ. Ανθούλα Δανιήλ

«Ποιήματα σώματα άρτια και σε καμιά περίπτωση προς εντυπωσιασμόν ακρωτηριασμένα. Τα θέματα του από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα χωρίς μεμψιμοιρίες και διαμαρτυρίες κακής καθημερινότητας, έτσι, αβίαστα, καθώς συνυπάρχουν, προκαλούν μια μαγεία παραδείσια. Ο λόγος  πλούσιος, σμιλεμένος λέξη λέξη. Οι στίχοι αξιοθαύμαστα ευθύβολοι και οι σπάνιας ευρηματικότητας εικόνες, με τη συχνότητα που διαδέχονται η μία την άλλη,  μας συναρπάζουν».

Με αυτά τα λόγια υποδέχτηκε ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος, τα ποιήματα του νεότερου ομοτέχνου του Βασίλη Φλώρου, περιποιώντας τιμή στον νεότερο ποιητή, που με πολλούς τρόπους και από πολλούς δρόμους υπηρετεί την  Τέχνη.

Ο Βασίλης Φλώρος δεν είναι απλώς ποιητής, αλλά δημιουργός σε όλο το φάσμα τη Τέχνης. Ποιητικές συλλογές, διηγήματα, θεατρικά έργα, υποκριτική και σκηνοθεσία θα απαιτούσαν σελίδες πολλές για να αναπτυχθούν. Τώρα στον Αρχέγονο Κήπο, έρχεται να προβληματιστεί πάνω στα μεγάλα και αναπάντητα ερωτήματα της ζωής. Είναι, όπως λέει ο ίδιος,  «η ανάγκη αποδοχής και νοήματος της ζωής μας. Η ποίηση εκπληρώνει ως ένα βαθμό αυτές τις ανάγκες. Είναι ένας παράξενος ανθός που ευωδιάζει συναισθήματα και νοήματα στον μεγάλο Αρχέγονο Κήπο της κοσμικής Νοημοσύνης».

«Ο κήπος αυτός δεν έχει καμία σχέση με τον ηδονικό κήπο των Εσπερίδων, με τον ενοχικό κήπο της Χριστιανικής Εδέμ και με τον ρομαντικό κήπο της Χαμένης μας Αθωότητας. Ο Αρχέγονος Κήπος της Υπερβατικής Συνείδησης είναι ο κήπος όλων των ολοκληρώσεων πριν αυτές ξαναγεννήσουν το “ανολοκλήρωτο”.  Εκεί όπου ταυτόχρονα είμαστε Κηπουροί και Δέντρα… Θεοί και Άνθρωποι… Φωτολούλουδα και κοσμική σκόνη… Τα πάντα και τίποτα…».

Θα πρέπει όμως να ομολογήσουμε πως πάντα υπάρχει το πρότυπο και ο Αρχέγονος Κήπος του Φλώρου προδηλώνει την καταγωγή του με το αντικαθρέφτισμα  μιας Ελλάδας στα ποιήματά του, με θάλασσες και όμορφα νησιά, με στεριές, αμπέλια και ελιές. Ο Κήπος βλέπει, λέει ο Ελύτης, και όχι μόνο, αλλά έχει το χώμα γόνιμο για να φυτρώνει μέσα του και να αναπτύσσεται  η Τέχνη, η Φιλοσοφία, η Ποίηση, και αιωνίως να αναπαράγεται η νιότη, η ομορφιά, η αθωότητα και η πνευματική ανάταση.

Αρχικά, να ξαναθυμίσω ότι ο άνθρωπος αρχίζει να αναλογίζεται τι έπραξε –καλό, κακό, συμπτωματικό, εσκεμμένο- όλα από την απόσταση που απαιτείται  για να κρίνει πιο καθαρά, όταν όλα πια έχουν βιωθεί και όλα έχουν περάσει από τα φίλτρα του χρόνου, έχουν κατασταλάξει και έχουν γίνει παρελθόν.

Ως προς τη δομή, κάθε ενότητα της συλλογής φέρει πεζόμορφο Πρόλογο και ο Επίλογος επίσης πεζός. Σε κάθε ποίημα στο κάτω μέρος υπάρχουν στίχοι  εν είδει επιμυθίου που  συνοψίζουν το νόημα·  όλα ποίηση είναι.

Βεβαίως, όπου Κήπος και έρωτας. Θέμα κυρίαρχο.Και ακόμα  ζωή και θάνατος, πόλεμος και θυσία και Αφορμή Ποίησης, που λέει και ο ποιητής. Έτσι αρχίζει τις ποιητικές ιστορίες για το άχρονο των σχέσεων και  στρώνει το έδαφος στο φωτεινό μέρος της ζωής,  στην επιφάνεια, εκεί που όλα ζουν τον ιδανικό και αγέραστο  ακόμη εαυτό τους, πριν φανερώσουν την άλλη όψη τους… τη ρυτίδα και την τύψη, την αμφιβολία και την απογοήτευση. Εικόνες που σαν σε ταινία εκτυλίσσουν το νήμα της αφήγησης:

«μια παλιά καλοκαιρινή ανάμνηση, /γεμίζει νερό το ποτήρι μου και πίνω…/ Με ξαναβάζει για ύπνο φιλώντας με:  “Δεν ξέρεις πόσο σ’ αγάπησα”, μου λέει…».  Στη συνέχεια, μια καθαρότερη, μελαγχολική, διαπίστωση, μια 12ετία μετά από τον πόθο της πρώτης επαφής, φτάνει στο  επιμύθιο:  «Μάρω την έλεγαν. Ήμασταν τότε νέοι». Αυτός ο παρατατικός–«ήμασταν»- έκανε τη γέφυρα της ανάμνησης με το γεγονός, αλλά έδειξε και τη μεγάλη απόσταση που μπήκε ανάμεσα. Είναι προφανές ότι οι παρατατικοί χρόνοι  της διατύπωσης έρχονται για να επιβεβαιώσουν το τετελεσμένο:

«Μετά από δώδεκα χρόνια, σε αποχαιρέτησα / με μια επίσημη σουρεαλιστική αγριάδα./ Άφησα την ιδρωμένη σου παλάμη, /να στάζει σαν πεινασμένος λύκος, / δεκαπεντασύλλαβους πιθανής ευτυχίας». Και πάλι το επιμύθιο :

«Στις ξαφνικές συναντήσεις με τις παλιές αγάπες

νιώθεις σαν να είσαι γυμνός ανάμεσα σε ντυμένους…»

(άβολη η περίσταση εκτός κι αν είσαι στο Πρόγευμα στη χλόη του Μανέ).

Ο Φλώρος αντιλαμβάνεται τον έρωτα σαν ένα κοσμικό γεγονός. Γι’ αυτό,  επιλέγοντας λέξεις από την κβαντική φυσική, εκκινώντας από το τώρα και το φαίνεσθαι–αξιολογεί το συναίσθημα με αποσυναισθηματοποιημένους όρους:

«Της ηδονής τα νουκλεόνια ανήκουν στη ζωή./  Και όταν θέλεις να ζήσεις πάντα θα κερδίζεις./ […] Στους έρωτες και στις αγάπες/ μόνο αν θέλεις, χάνεις».

Ο ποιητής  πάντα και μέσα από τα πάντα ερευνά το είναι του,τον εαυτό του, εξομολογείται τις πράξεις του, αυτολογοκρίνεται, αυτοαναιρείται. Κοιτάζεται στον καθρέφτη, βλέπει αυτό που δεν του αρέσει, κρίνει, αναθεωρεί. Σκέφτεται τις πληγές του. Γιατί ο έρωτας έχει μεγάλο ρόλο -πώς αλλιώς άλλωστε;- και τον ευγνωμονεί για τις πληγές, πάλι και πάλι, γιατί κάθε έρωτας είναι πληγή,κάθε πληγή πηγή της γνώσης είναι:

«Οι τυχεροί άνθρωποι / έχουν πάντα να θυμούνται/ μια πληγή από έναν έρωτα».

«Είχα ξεχάσει ότι υπήρξα μαζί σου. Πάρο, Τζιά και φοιτητική γεύση/.

[..] Είχα ξεχάσει ότι υπήρξα μαζί σου κάποτε./ Ανοιχτό μπλε το γέλιο σου».

Είχε ξεχάσει;Αλήθεια λέει;  Είναι ένας χαμένος παράδεισος η νιότη;  Οι λεπτομέρειες στους στίχους που ακολουθούν τον διαψεύδουν:

«Άγγιζα δελφίνια στα χείλη σου./ Είχα ξεχάσει ότι σ’ αγαπούσα/ που στη ροή του χρόνου εκείνου/ χυνόμουν ποταμός/ μέσα στα καθάρια βάθη του κόσμου σου./ Γλάρος του έρωτα ήμουνα./ Είχα ξεχάσει ότι υπήρξα/ στην λιακάδα των ματιών σου ευτυχισμένος./ Είχα ξεχάσει την αγάπη… αγάπη μου».

Μετά από  αυτό το ζουμ στη λεπτομέρεια, ξεχνάμε τα νουκλεόνια και  μένουμε στην ζωντανή ανάμνηση, πληγή, πηγή γνώσης και τον έρωτα σημάδι και σταθμό που δεν ξεχνιέται.

Ο Έρωτας δεν είναι μια πράξη της συνεννόησης των σωμάτων μόνο, αλλά μια πράξη επικοινωνίας με το Σύμπαν… Και να τες πάλι οι εικόνες που αναδύονται από τον παραδείσιο κήπο:

«Βρήκα εκείνη την παλιά φωτογραφία/ που είμασταν μαζί στα αθώα χρόνια./Τότε που γελάγαμε, βουτιές στα όνειρα,/ που είμασταν ίσως ευτυχισμένοι./Που μοσχομύριζε στο αίμα σου ο βασιλικός/και το φιλί σου λευκό άγριο άλογο να τρέχει στα λιβάδια της χαράς»

Όμως. Κάπου εκεί στο βάθος της φωτογραφίας είδε τη

«σκοτεινή σκιά του Αρχέγονου φόβου…/  κάτι επικίνδυνο./ …

Την επίγνωση των σύντομων ερώτων».

Τώρα πια ο ποιητής μπορεί να προωθηθεί στη δεύτερη φάση,  στα  «Νομοθετήματα συζυγικών βίων», στη μόνιμη «γκρίνια» της καθημερινής ζωής γιατί όλα εκείνα που φάνταζαν λαμπερά, στο μέλλον που ερχόταν  έγιναν θαμπά, όταν έφτασε στο τώρα. Γιατί  ο χρόνος τρέχει γρήγορα, γλιστράει ανεπαισθήτως και σε προλαβαίνει στο δρόμο σου.

Αξίζει εδώ μια διακοπή για να σχολιάσουμε ένα από τα πολλά εικαστικά που κοσμούν το βιβλίο. Είναι σε παραλλαγή Ο Διανοούμενος του Ροντέν, στην ίδια στάση, καθισμένος  σ’ ένα βράχο να σκέφτεται το χάρτινο βαρκάκι που έχει ρίξει στο νερό κι αυτό να κουβαλάει τη ζωή του….

Έ! Η προοικονομία είναι εύκολη. Η έγγαμη ζωή δεν έχει ενδιαφέρον πια. Ο γάμος ή οι γάμοι που ευτύχησαν, οι έρωτες που δεν ευτύχησαν, όλα στο ίδιο καζάνι,ένα θολό μείγμα και ο Όφις του κήπου επέφερε τις αλλαγές.

«Οι μεταλλάξεις που συμβαίνουν /στα χρόνια των γάμων/ σε αναγκάζουν σε διαρκείς αμνησίες/ Αν δεν προσέξεις γίνεται έμβρυο και η Συνείδησή σου».

«Μερικές φορές δεν προλαβαίνεις ούτε να ζήσεις ούτε να πεθάνεις/ προηγούνται τα ενδιάμεσα της ζωής και του θανάτου./ Οι υποχρεώσεις είναι πιο ισχυρές/της Ύπαρξης και της Ανυπαρξίας».

Ειρωνεία, για ό,τι καλό κυριολεκτικά χάνεται μέσα στη καθημερινή ροή· και Φιλοσοφία! Και είναι γνωστό ότι ο άνθρωπος φιλοσοφεί για να μάθει πώς να ζει και πώς να πεθαίνει, κάτι που σοφά και συχνά έχει διατυπωθεί. Όμως ο θάνατος πάντα τρομάζει. Παρόλα αυτά, σ’ αυτό το  ελάχιστο διάστημα που του χαρίζεται σαν δώρο για περίσκεψη και περισυλλογή, αν και ο ποιητής, έχει αρχίσει από πολύ νωρίς, μαθαίνει. Ο Σεφέρης έγραφε, επηρεασμένος από τον Μontagne,«φιλοσοφώντας διδάσκεσαι να πεθαίνεις» (Μέρες Α΄).

Επομένως, χαρακτηριστικό της ωριμότητας είναι να κοιτάζει από μακριά το πράγμα που κάποτε έγινε, να το ερευνά και να το σχολιάζει από την απόσταση που του επιτρέπει να βλέπει πιο σωστά. Ωστόσο, ο χρόνος τρέχει και φεύγει. Ο Λατίνος Σενέκας στο Debrevitate vitae/ Περί βραχύτητας του βίου, μίλησε για την κατασπατάληση του χρόνου μας σε ανούσια θέματα. Όμως όσο ο άνθρωπος είναι νέος δεν μπορεί να μην σπαταλήσει χρόνο στα όνειρα και ας μείνουν στο τέλος απραγματοποίητα:

«Η παραίσθηση της Γεύσης/ Το μήλο από τον Κήπο των Εσπερίδων το έδωσε ο Πάρης στην Αφροδίτη και ξεκίνησε ο Τρωικός Πόλεμος./ Το φίδι στον Χριστιανικό Παράδεισο έδωσε το μήλο στην Εύα/ και ξεκίνησε ο πόλεμος με τον Θεό του Ανθρώπου./ Ποιητικόν Ερώτημα:Από τα μήλα ξεκινά ο πόλεμος και όχι από τ’ αχλάδια;/Από τους ηλίθιους ίσως;».

Ωραίο το ερώτημα. Το «μήλο» φταίει για όλα και όχι ο κάθε ηλίθιος, αλλά ας λάβουμε υπόψιν μας την ωραία έκφραση «Κυδώνιον μήλον» που μας παρέδωσε ο ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης και μας θύμισε πως «μήλο» σημαίνει «καρπός» γι’ αυτό και η «πατάτα» είναι γεώμηλο…

Αν συσχετίσουμε το μήλο με την ομορφιά και τον έρωτα – ο Πάρις δεν προτίμησε τη βασιλεία που του πρόσφερε η Ήρα ή τη σοφία που του πρόσφερε η Αθηνά, αλλά προτίμησε την Αφροδίτη που του πρόσφερε τον Έρωτα-Ελένη, τότε θα καταλάβουμε πόσο μεγάλη σημασία έχει στη ζωή το «μήλο», ο Έρωτας που διαιωνίζει τη ζωή και εξασφαλίζει τη ροή…

«Πήρα την αξίνα, να σκάψω το ποτάμι,/ ν’ αλλάξω την ροή του χρόνου μου ν’ αλλάξω και μένανε…Να γίνω το ίδιο το νερό το αχόρταγο/ να χαθώ σύντομα,αλλά να ζω και για πάντα./Να είμαι ο ποταμός με όλες μου τις βροχές όλων των στιγμών της ζωής μου…/ να γίνω εκείνο  που ήμουνα, /πριν γεννηθώ ανόητος άνθρωπος, που με την αξίνα του εφήμερου /να προσπαθώ την ροή του ποταμού ν’ αλλάξω».

Κι εδώ έγκειται η δυσκολία και μας έχει ειδοποιήσει ο Ηράκλειτος «δις εις τον αυτόν ποταμόν ουκ αν εμβαίης». Όλα αλλάζουν εκτός από το να ξαναγίνεις ό,τι ήσουν.

Ο ποιητής στήνει ωραίους κήπους και «σπάνιας ευρηματικότητας εικόνες», οι οποίες «με τη συχνότητα που διαδέχονται η μία την άλλη, μας συναρπάζουν», όπως είπε ο Γιώργος Μαρκόπουλος. Και, Ναι, και κάτω από την επιφάνεια ρέουν οι άλλες σκέψεις, οι δύσκολες και αναπόφευκτες.

Ο ποιητής, μετά από την περιπλάνηση στον κόσμο των φιλοσοφικών θεωριών, θα συνθηκολογήσει με το «Τίποτα». Ο αυτόχειρας της  Πρέβεζας Καρυωτάκης πρότεινε «Με το μηδέν και το άπειρο να συμφιλιωθούμε» και συμπλήρωσε τον στίχο του με μια νεκροκεφαλή και δύο οστά χιαστί για σφραγίδα. Κάτι που σχεδόν πανομοιότυπα θα επαναλάβει ο Φλώρος στο «με το Πάντα και το Τίποτα… θα χαθώ».

«Όλα αλλάζουν/ / και πώς να τα προβλέψεις/όταν το νόημα / δεν είναι φανερό», ωστόσο τρέχει «στα φιλοσοφικά δάση», να προλάβει, σαν «λύκος χορτοφάγος…» που ουρλιάζει τη «θνητοσύνη» του.

Στο ερώτημα:

«Όταν ξανάρθω σε χίλια χρόνια, θα υπάρχουν άραγε τα ποιήματα,

οι αναπάντητες φιλοσοφικές ερωτήσεις, του Όντος τα μυστήρια;»

Μα η απάντηση υπάρχει. Ο Όμηρος έχει σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια που το επιβεβαιώνει. Η επιστημονική αλήθεια αλλάζει… ο Όμηρος ΟΧΙ),

Μια ωραία απορία διατυπώνεται στο ακόλουθο απόσπασμα:

«Μερικές φορές αναρωτιέμαι μήπως η ποίηση και γενικά η τέχνη είναι μια παρατεταμένη περίοδος της παιδικότητας ενός ανθρώπου» Η απάντηση και πάλι είναι θετική. Και  οι Έλληνες αεί παίδες εισίν, και ο Χρόνος είναι ένα παιδί· Αιών παις εστί παίζων πεσσεύων· παιδός η βασιληίη. Και αυτό αναιρεί τη σκοτεινιά και φέρνει την ελπίδα. Οι γερασμένες κοινωνίες δεν οδηγούνται  παρά μόνο στον θάνατο.

Μπορεί βέβαια ο Φλώρος εδώ να υποκρύπτει ένα κάτι ελάχιστο από το προσωπικό του εγώ. Μα παρεμφερές ερώτημα υπέβαλε και ο Γιώργος Σεφέρης, αν απομένει δηλαδή κάτι από τον «Βασιλιά της Ασίνης» και πλαγίως απάντησε ότι απομένει η «νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής». Όσο ασαφής κι αν είναι η διατύπωση είναι θετική. Η ζωή προχωράει, αφήνοντας πίσω της τα βάρη του παλιού και γερασμένου… Η Τέχνη όμως είναι αγέραστη.

Ο Φλώρος βρίσκεται στο «μεσοστράτι της ζωής», όπως ο Σεφέρης τότε και ο μέγας Δάντης πριν από 800 χρόνια, και είναι η ώρα να θέσει στο τραπέζι τα μεγάλα θέματα της ζωής και καλώς άρχισε από τον έρωτα και σ’ αυτόν συχνά επανέρχεται, όπως και στα κεφαλαιώδη άλλα κοινωνικά, πολιτικά, στοχαστικά που ανέκαθεν υπήρξαν η βάση της αληθινής ποίησης: οι άνθρωποι, οι φίλοι, ο κατεστραμμένος κόσμος, η  ρημαγμένη πολιτεία, ο παραλογισμός, η ανασφάλεια, η έλλειψη αγάπης και επικοινωνίας, η εκμετάλλευση του Κήπου που έγινε «μετοχικά κεφάλαια», που τα διαχειρίζονται «οι λύκοι», ο δόλος και η απάτη που ξεκινούν από τον μύθο και επαληθεύονται στην καθημερινή ζωή –όλο δόλο και απάτη- ακούγεται από μακριά η φωνή του στρατηγού Μακρυγιάννη.

Οι  άνθρωποι είμαστε «Σίσυφοι, να σπρώχνουμε τα νοήματα της Ζωής και της Φύσης και να κατρακυλάμε μαζί τους λόφους του Κόσμου», και πάλι από την αρχή επιβεβαιώνοντας με τον δικό του τρόπο την κυκλική κίνηση και επαναφορά, το πάνω κάτω είναι οδός μία, λέει ο Ηράκλειτος: άνω και κάτω οδός μία και ωϋτή, και πάλι το ίδιο, όπως ο ήλιος που βγαίνει κάθε πρωί και δύει κάθε βράδυ, που αενάως επανέρχεται, μόνο που ο άνθρωπος έχει έναν θάνατο και μία γέννηση, επαναλαμβανόμενη όμως από την αλυσίδα των γενεών.

Αυτή την αλυσίδα την παρατηρεί στο ελαιομάζεμα:

«Με το να μαζεύεις ελιές ή με το να γράφεις ποίηση φτάνεις στο ίδιο σημείο. Αρκεί να μπορείς να βλέπεις τη συνέχεια των λέξεων στα ελαιόδεντρα ή το στύψιμο των καρπών σου στο ελαιοτριβείο του κόσμου». «Έφυγα από το στόμα της πόλης, από τις έγνοιες των αστών/ και πήγα στα αιώνια χωράφια μου…. και χάζεψα την ξαφνική βροχή… Έκλαψα και γω σαν τη βροχή … από χαρά ότι υπάρχω με όλα τούτα που έχω,/ με όλα τούτα που γνώρισα και που ψευδώς ορίζω./ Ευτυχώς δεν έγραψα ούτε ένα στίχο./ Ήταν όμως μια μέρα μεταφυσική/ που μοσχοβόλαγε από ποίηση».

Κι έτσι, με μια εικόνα από την ειρηνική αγροτική ζωή, μας βγάζει από τη ζούγκλα της πόλης και των σκέψεων και μας ξαναβάζει στον Αρχέγονο Κήπο του, όπου ξαναβρίσκει μέσα στο καθαρό κρισαρισμένο στα ελαιόφυλλα φως, τον θάνατο, τον πάντοτε και πανταχού παρόντα, καθημερινό συνομιλητή του, να μιλάει με  τη γλώσσα,  το ύφος και το ήθος των δέντρων, των φύλλων, των πουλιών, να ακούσει τη γάτα, τον σκύλο, την ώρα που «κουτσομπολεύουν …το παράδοξο της ζωής/ πως όλα γρήγορα  ανθίζουν και μαραίνονται/ και εγώ με όνειρα συνέχεια τον κήπο μου να σπέρνω»…

Θα ’θελα να ’μουν κηπουρός … Θα ’θελα να ’μουν παπουτσής… Θα ’θελα να ’μουν κυνηγός… μ’ αφού δεν είμαι κηπουρός θα ’θελα να ’μαι στην ποδιά σου ναυαγός… το δάκρυ σου είναι το δικό μου αθάνατο νερό. Έτσι απλά και γλυκά, ο Βαγγέλης Γερμανός με τον Διονύση Σαββόπουλο, σ’ ένα μουσικό αρχέγονο κήπο, άπλωσαν στο πεντάγραμμο, ήχους και λόγια καθημερινά ελληνικά,για το άπιαστο και το ωραίο όνειρο της ζωής του έρωτα και του θανάτου, καταλήγοντας · στην ποδιά σου ναυαγός,στη μουσική και στην ποίηση παραδομένοι,αφήνοντας όμως και την ελπίδα να στάζει δάκρυ αθάνατο νερό, η Τέχνη τους.

Έτσι κι ο Φλώρος είναι και ποιητής και δημιουργός και κηπουρός, παλεύει με τα  χρώματα και τους ήχους τη ζωή κι ας ξέρει πως όλα θα καταλήξουν στον θάνατο. Το έχει πει και ο Σεφέρης «Οι άνθρωποι, όσο κι αν παίζουν με τα χρώματα είναι όλοι τους μαύροι» και αυτή είναι μια σκέψη παλιά με την οποία κονταροχτυπήθηκαν οι διανοούμενοι όλου του κόσμου για να ανακαλύψουν πως όσο κανείς ζητά να μάθει τι είναι ο θάνατος, τόσο πιο πολύ δείχνει πως αγαπά τη ζωή. Όσο κι αν ο Albert Camus εξερευνά το παράλογο της ζωής και της αξίας, όσο κι αν ο σαιξπηρικός Άμλετ θα αναρωτιέται να ζει κανείς ή να μη ζει, όσο κι αν ο Ντοστογιέφσκι θα τον πολεμά, «Η πρώτη αλήθεια είναι θάνατος, απομένει να δούμε ποια είναι η τελευταία»,  έχει γράψει ο Ελύτης, μπαίνοντας κι εκείνος στον κύκλο  της ατελείωτης περιδίνησης που, εν τέλει, δεν έχει θάνατο.

«Στο “θεϊκό παρόν” δεν υπάρχει ζωή και θάνατος. Μόνο ζωή που διαγράφει κύκλους… μέχρι να ξεχαστεί, όπως όλοι  “στο ίδιο χωνευτήρι του ανερμήνευτου χάους”…».

Έκοψα κλαδί από την αχλαδιά του Πυθαγόρα /πριν πεταχτεί το μεταφυσικό της μπουμπούκι /για να μπολιάσω τ’ άγρια δέντρα των Ελεατών,/ να ημερέψω τον χρόνο.……

Μπολιάζω τη χαρά του Πινδάρου / στα χωράφια και στους αγρούς …/ φτιάχνοντας το θνητό μου νόημα,/ το Νόημα του Κόσμου».

«Σεπτέμβριος.    Μάζευα σταφύλια στο παλιό μας αμπέλι στους «Λινούς». / Στον γήινο παράδεισο της εφηβικής μου ανεμελιάς…/ Ή στον Αρχέγονο Κήπο μου…

Πηγαίνω συχνά και ξαπλώνω κάτω από τη Μεγάλη Ελιά/ στο κτήμα μου, …/ Μερικές φορές νιώθω ευτυχής στον ίσκιο της. / Άλλες φορές κλαίω…. /Ίσως αυτό να συμβαίνει γιατί τότε επεκτείνομαι/(εκεί κάτω από αυτήν την ελιά) /στην παρούσα ηθική του Τραγικού και του Ωραίου…»

«οι παπαρούνες μαδάνε στο φύσημα του Χρόνου, /το κόκκινο όμως μένει ως αιώνια αίσθηση του σωστού».

Τίποτα δεν πεθαίνει ποτέ /απλά μεταπλάθεται.

 Όπως είπε και ο Γιώργος Βέης (Συνέντευξη στην Χαριτίνη Μαλισσόβα, στο περ. Διάστιχο, 14 Ιουνίου 2026) «Η επίκληση της Φύσης, όταν και όπου τελείται, συνιστά κατά βάση επίκληση στην ως εκ των πραγμάτων έσχατη αξία». «Δεν θυμάμαι να τουφέκισα ποτέ λέξεις. Ερχόντουσαν πάντα με τη θέλησή τους από τα μέρη τους να κουρνιάσουν ή να παίξουν στις φυλλωσιές του κάθε κειμένου μου». Σε άλλα δημοσιεύματά του, επικαλείται τον  Σοπενχάουερ, ο οποίος «εξομοίωσε, υπό μία έννοια, το ασυνείδητο με την αρχή της δημιουργίας του κόσμου, συνοψίζοντας απλώς όλες τις διδασκαλίες του παρελθόντος, οι οποίες, βασιζόμενες στην εσωτερική εμπειρία, έβλεπαν σε ό, τι ανεξήγητο δρούσε μέσα μας το πρόσωπο ενός θεού».

Και ο Βασίλης Φλώρος έκανε το ίδιο. Διέγραψε τον κύκλο του Κήπου του,και όπως με τον έρωτα άρχισε, με τον έρωτα τελειώνει:

Με πελέκησε καλά ο αρχιμάστορας έρωτας / και έφτιαξα σκληρό σκαρί!

Τα εικαστικά του Παναγιώτη Τεμπελόπουλου, Γιώργου Σταθόπουλου και Βασίλη Καριζώνη υπογραμμίζουν και υπομνηματίζουν, με τον τρόπο τους, τους στίχους και τις έννοιες.

Ευχόμαστε ο στοχαζόμενος ποιητής να έχει το καραβάκι του πάντα καλοτάξιδο.

theatro

 

3

Η εξέλιξη της τέχνης

Η συγγραφή, η υποκριτική και η σκηνοθεσία κάτω από το πρίσμα της βιωματικής εμπειρίας, συντελούν σε αυτό το σκοπό.

1

Η μεταφυσική του θεάτρου

Το μυστήριο του θανάτου και της ζωής. Αυτό το μυστήριο γινόταν ως ένα βαθμό φανερό μέσα από ιεροτελεστικά δρώμενα, όπου ήταν και οι πρώτοι στενοί συγγενείς του θεάτρου.
2

Εμψύχωση βιωματικών ομάδων

Εμψυχωτής είναι κάποιος που εμψυχώνει οποιονδήποτε άνθρωπο ή ομάδα για να δράσει με περισσότερη επιτυχία σε κάτι, που δίνει θάρρος, ελπίδα και συμπόνια που παρακινεί και κατανοεί.
4

Άρθρα που έχουν δημοσιευθεί

Ετυμολογικά η λέξη ποίηση (όπως γνωρίζεται) προέρχεται από το ρήμα «ποιέω-ποιώ». Το «ποιώ» είναι η διπλή αδελφή όψη του ρήματος «πρήσσω- πράσσω- πράττω»..

Επικοινωνία

 

6945768633
vasflo100@yahoo.gr