«Η αλήθεια για το Μελιγαλά»
(Άρθρο του δημοσιογράφου και συγγραφέα, Ηλία Μπιτσάνη)
Με βάση τη μαρτυρία του Σπύρου Ξιάρχου που την έζησε από
κοντά και για πολλά χρόνια αναζήτησε στοιχεία και πληροφορίες.
Δυστυχώς το βιβλίο είναι δυσεύρετο και δεν έχει γίνει επανέκδοση
παρότι πέρασαν δεκαετίες
-----------------
Οι ταγματασφαλίτες αναδιπλώθηκαν σχεδιασμένα μετά τη μάχη
της Καλαμάτας από όλες τις βάσεις (με εξαίρεση την περιοχή των
Γαργαλιάνων) και έσπευσαν να οχυρωθούν στο Μελιγαλά,
ορισμένοι και με τις οικογένειές τους.
«άντρο» τους προβαίνουν σε δολοφονίες πατριωτών. Η μάχη έγινε
πλέον αναπόφευκτη καθώς οι ταμπουρωμένοι αρχηγοί των
ταγματασφαλιτών επέμεναν στη σύγκρουση απορρίπτοντας κάθε
μεσολαβητική προσπάθεια. Ο Σπύρος Ξιάρχος γράφει για το θέμα
αυτό στο βιβλίο του «Η αλήθεια για το Μελιγαλά»: «Το απόγευμα
της παραμονής της επίθεσης φθάνει στο Μελιγαλά ο
αρχιμανδρίτης Ιωήλ Γιαννακόπουλος (αδελφός του συνταγματάρχη
διοικητή του ΕΣ) μαζί με το Βρετανό ταγματάρχη Ουίλκις, αργότερα
βουλευτή του Εργατικού Κόμματος και το λοχαγό Γκίμπσον* και
προτείνουν στους ταγματασφαλίτες να παραδώσουν την πόλη και
να μεταφερθούν με εγγύηση των Αγγλων αξιωματικών σε
στρατόπεδο για να παραδοθούν στην κυβέρνηση Εθνικής
Ενότητος η οποία θ αποφάσιζε για την τύχη τους.
Δυστυχώς οι προτάσεις αυτές απορρίφθηκαν με πρωταγωνιστές
τους περί το Νομάρχη Δ. Περρωτή και το λοχαγό Θεφάνους, οι
οποίοι είχαν φθάσει εκεί μετά τη μάχη της Καλαμάτας, δια της
σιδηροδρομικής γραμμής. Αργότερα γυναίκες από τα γύρω χωριά
Ανθούσα, Σολάκι, Ζευγολατιό, στάλθηκαν στο Μελιγαλά να
πείσουν τους άνδρες και τους συγγενείς τους να εγκαταλείψουν την
πόλη και τους δόθηκαν εγγυήσεις για τη ζωή τους, τονίζοντας ότι σε
λίγες ημέρες θ αρχίσει η επίθεση και ο κίνδυνος είναι μεγάλος. Η
απάντηση ήταν αρνητική».
Για την οχύρωση του Μελιγαλά ο Σπ. Ξιάρχος γράφει: «Ο
Μελιγαλάς ήταν κλεισμένος με μάντρα γύρω-γύρω και κατά
διαστήματα είχε ημικυκλικά ταμπούρια μέσα στα οποία είχαν
εγκατασταθεί φωλιές πολυβόλων. Φωλιές πολυβόλων
(οπλοπολυβόλα) είχαν εγκατασταθεί και σε πολλά σπίτια γύρω από
τον Αγιο Λιά.
Υπήρχε καλή ορατότητα γύρω από την οχύρωση γιατί είχε γίνει
αποψίλωση και είχαν γκρεμιστεί όλες οι μάντρες. Το ύψωμα του
Αγιο Λιά ήταν καλύτερα οχυρωμένο και υπήρχαν γύρω
συρματοπλέγματα. Την παραμονή της μάχης έξω από την
οχύρωση πίσω από τα δέντρα ή πτυχώσεις του εδάφους που
επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν από τους επιτιθέμενους
τοποθετήθηκαν αυτοσχέδιες νάρκες (δυναμίτιδα μέσα σε κουτιά
από γάλα) για τις οποίες δεν είχαν πληροφορίες οι επιτιθέμενοι».
*
Η επίθεση εκδηλώθηκε γύρω στις 5 το πρωί της 13ης
Σεπτεμβρίου. Με την έναρξη της επίθεσης ένας αντάρτης πάτησε
μια από τις νάρκες πάνω στο δρόμο προς Ανθούσα. Την έκρηξη
ακολούθησαν πυροβολισμοί αλλά ο Βαλσαμάκης με το τμήμα του
επιτέθηκε και έφθασε μέχρι τα σπίτια. Σύμφωνα με τον Σπ. Ξιάρχο
το τμήμα κατά λάθος δέχθηκε πυρά από πυροβολαρχία του ΕΛΑΣ
η οποία ενίσχυε το προγεφύρωμα, μια επίθεση των
ταγματασφαλιτών το βγάζει από τα σπίτια και στην υποχώρηση
πέφτει στο ναρκοπέδιο με αποτέλεσμα να σκοτωθούν και να
τραυματιστούν σοβαρά 17 αντάρτες. Οι ταγματασφαλίτες που
αντεπιτέθηκαν αποτελείωσαν τους τραυματίες με μαχαίρια.
Η επίθεση συνεχίζεται, τμήματα του ΕΛΑΣ έχουν φθάσει στα
Ρεκέικα από την πλευρά του Νεοχωρίου και προσπαθούν να
εκπορθήσουν πολυβολείο που έχει στηθεί μπροστά από σπίτι.
Αλλά τμήματα πίεζαν τον Αγιο Λιά και ένα τάγμα του 8ου υπό τον
Κανελλόπουλο επιτέθηκε στο φυλάκιο του σιδηροδρομικού
σταθμού αναγκάζοντας τους ταγματασφαλίτες να υποχωρήσουν
και να οχυρωθούν στα μπεζεστένια όπου κρατούσαν
φυλακισμένους πολλούς αντιστασιακούς της περιοχής.
Το μεσημέρι σίγησε το βαρύ πολυβόλο θέσης που είχε
εγκατασταθεί από τους ταγματασφαλίτες στο ρολόι του Αγιο Λιά
καθώς ήδη υπήρχαν δύο νεκροί από τα καταιγιστικά πυρά
πολυβόλου του ΕΛΑΣ, ενδεχομένως μετακινήθηκε η θέση του. Οι
ταγματασφαλίτες όμως κρατούσαν ακόμη το οχυρό του Αγιο Λιά.
Η μεγάλη μάχη ήταν σε εξέλιξη σε όλα τα μέτωπα.
*
Σύμφωνα με το Σπ. Ξιάρχο, μέχρι το μεσημέρι της 14ης
Σεπτεμβρίου οι απώλειες είναι σοβαρές από πλευράς ανταρτών.
Στους νεκρούς που έχουν καταγραφεί μέχρι τώρα από την έναρξη
της μάχης, έχουν προστεθεί ακόμη 19 νεκροί από το 2ο Τάγμα του
9ου Συντάγματος (που έχει ακόμη πολλούς τραυματίες μεταξύ των
οποίων και το διοικητή του Τάσο Αναστασόπουλο). Το 3ο Τάγμα
που μάχεται στο μέτωπο του Αγιο Λιά έχει νεκρούς και πολλούς
τραυματίες. Στους 3 υπολογίζονται οι νεκροί του 8ου Τάγματος υπό
τον Κ. Κανελλόπουλο, ενώ έχει ακόμη 11 τραυματίες. Οι
ταγματασφαλίτες είχαν 9 νεκρούς και 23 τραυματίες. Το ηθικό είναι
πεσμένο και υπολογίζεται ότι το 1/3 περίπου της δύναμης δεν
πολεμούσε και κρυβόταν στα σπίτια, σύμφωνα και με
ταγματασφαλίτικες πηγές.
Γύρω στις 11.30 μια ομάδα 30 ανταρτών επιχείρησε κατά του
οχυρού στον Αγιο Λιά. Πέταξαν μεγάλες νάρκες για να κόψουν τα
συρματοπλέγματα, με αποτέλεσμα να υπάρχουν τραυματισμοί από
τα καταιγιστικά πυρά των ταγματασφαλιτών. Σε λίγο τα πυρά
σταμάτησαν καθώς ο Κώστας Μπασακίδης με 5-6 αντάρτες
βρίσκονταν πάνω στον Αγιο Λιά και χτυπούσαν με χειροβομβίδες
και αυτόματα. Από την πλευρά των ταγματασφαλιτών επικεφαλής
της άμυνας ήταν ο μόνιμος υπαξιωματικός Π. Μπένος που
προβάλει σθεναρή αντίσταση, αντεπιτέθηκε και καταφέρε να
απωθήσει το αντάρτικο τμήμα που δεν μπορεί να υποστηριχθεί με
πυρά από τα άλλα τμήματα. Η επιχείρηση απέτυχε αλλά είχαν
πλέον δημιουργηθεί ρήγματα στην οχύρωση της περιοχής από την
οποία κρινόταν ουσιαστικά και η έκβαση της μάχης. Οι
επιχειρήσεις στα διάφορα μέτωπα συνεχίζονταν όλη μέρα, οι
επιτελείς του ΕΛΑΣ ετοίμαζαν τη μεγάλη επίθεση και οι
ταγματασφαλίτες είχαν καταληφθεί από πανικό και έχουν φθάσει
σε αδιέξοδο, χωρίς να συζητούν κανένα σχέδιο παράδοσης.
*
Η ηγεσία των ταγματασφαλιτών προσπάθησε να βρει οδό
διαφυγής και στις 9 το πρωί της 15ης Σεπτεμβρίου έγινε σύσκεψη.
Ο ταγματάρχης Διον. Παπαδόπουλος που διοικούσε ουσιαστικά το
Τάγμα Μελιγαλά, εισηγήθηκε για δεύτερη φορά τη λύση της
«εξόδου» και της διαφυγής μέσω του ορεινού όγκου στους
Γαργαλιάνους που είχε μετακινηθεί ο Στούπας, με σαφή επιδίωξη
να κερδίσουν χρόνο. Στη σύσκεψη πήραν μέρος ο Νομάρχης Δ.
Περρωτής, ο ταγματάρχης Π. Καζάκος, οι Περ. Μπούτος, Λυκ.
Λατζούνης και Παπά Πούλος Παπαδόπουλος, ο πρόεδρος της
Κοινότητας δικηγόρος Αλκ. Παπαδόπουλος και ο ταγματάρχης
Χωροφυλακής Ι. Φραγκουδάκης.
Ο Περρωτής είχε κοινολογήσει το μυστικό της εξόδου σε
ορισμένους έμπιστους, αλλά διαδόθηκε με αποτέλεσμα να
επικρατήσει πανικός καθώς πολλοί είχαν πάει στο Μελιγαλά με τις
οικογένειές τους ενώ άλλοι ήταν τραυματίες και δεν μπορούσαν να
μετακινηθούν. Τελικά αποφασίστηκε να επιχειρηθεί η έξοδος τη
νύχτα προκειμένου να υπάρχει χρόνος να φθάσουν μέχρι τους
Γαργαλιάνους από τον ορεινό όγκο.
Δεν πρόλαβαν όμως, καθώς στις 11.30 το πρωί εκδηλώθηκε
γενικευμένη επίθεση όλων των δυνάμεων του ΕΛΑΣ. Ένα τμήμα
εθελοντών υπό τον Κώστα Μπασακίδη με βοηθό τον
ανθυπολοχαγό Πυροβολικού Γιάννη Διακουμογιαννόπουλο, με
αυτόματα και χειροβομβίδες κάνει έκανε στον Αγιο Λια, αφού
προηγήθηκαν καταιγιστικά πυρά πολυβόλων και οπλοπολυβόλων
προς το οχυρό. Τάγμα του 8ου υπό τον Κανελλόπουλο κινήθηκε
προς την περιοχή του ναού των Ταξιαρχών.
Ο επιλοχίας Π. Μπένος που κράταγε το ύψωμα, μαζί με τον
Θεοφάνους (το γνωστό διοικητή του λόχου Καλαμάτας),
εγκαταλείπουν την κορυφή του Αγιο Λια και επιχειρούν να
οργανώσουν μια γραμμή άμυνας σε μάντρα στην ανατολική
πλευρά. Στη μάχη σκοτώνεται ο Μπένος και εξαφανίζεται ο
Θεοφάνους. Από τον Αγιο Λια πλέον η ομάδα Μπασακίδη έβαλε
κατά θέσεων των ταγματασφαλιτών στο εσωτερικό του Μελιγαλά.
Με τις πρώτες ριπές στην περιοχή των Ταξιαρχών, οι
ταγματασφαλίτες σε κατάσταση πανικού σήκωσαν λευκή σημαία.
Τμήμα ταγματασφαλιτών υπό τον ταγματάρχη Καζάκο βγήκε στον
κάμπο και επιχείρησε να διαφύγει προς Αρκαδία. Κάποιοι
σκοτώθηκαν στη Μερόπη από σύγκρουση με δυνάμεις του
εφεδρικού ΕΛΑΣ και μια ομάδα 60-70 ατόμων έφτασε νωρίς το
απόγευμα ανάμεσα στην Τσακώνα και το Δερβένι.
Ένα άλλο τμήμα προσπάθησε να διαφύγει προς Ανθούσα αλλά
στη μάχη που γίνεται έχει 2 νεκρούς. Μια άλλη ομάδα που έφτασε
στα υψώματα της Ανθούσας έπεσε πάνω σε δύναμη του 11ου
Συντάγματος, στη διμοιρία του Πέρδικα. Στη μάχη που ακολούθησε
οι αντάρτες είχαν 2 νεκρούς και οι ταγματασφαλίτες 8-9 ενώ
κάποιοι κατάφεραν να διαφύγουν. Στα πρώτα σπίτια τη Ανθούσας
συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν από ένοπλους πολίτες δύο
γνωστοί ταγματασφαλίτες. Γύρω από τον Αγιο Λιά από τους
ταγματασφαλίτες έπεσαν νεκροί εκτός από τον πολυβολητή που
σκοτώθηκε στο ρολόι την πρώτη μέρα και τον ταγματάρχη
Γρουσουζάκο, ο ταγματάρχης Αντ. Σμυρλής και ο επιλοχίας Π.
Μπένος. Στο μέτωπο του Αγιου Λια, λίγο πριν το τέλος της μάχης
έπεσαν νεκροί από τον ΕΛΑΣ ο ανθυπολοχαγός Γιάννης
Διακουμογιαννόπουλος και ένας ακόμη αντάρτης. Δυό
ταγματασφαλίτες ταμπουρωμένοι σε σπίτι, μετά την πρώτη του
Αγιο Λια πυροβόλησαν και σκότωσαν τον ιδιοκτήτη του και
τραυμάτισαν έναν ακόμη άνθρωπο που βρισκόταν εκεί.
Μετά την πτώση του Αγιο Λια, έμειναν μεμονωμένες εστίες
ταγματασφαλιτών μέσα σε σπίτια που συνέχιζαν να πυροβολούν
με αποτέλεσμα να σκοτωθούν δύο.
*
Από το σημείο αυτό αξίζει να παρακολουθήσουμε την αφήγηση του
Σπ. Ξιάρχου από το βιβλίο του:
«Κατά λάθος σκοτώθηκε ο Θανάσης Σμυρνής τον οποίο οι
αντάρτες νόμισαν ότι ήταν ο ταγματάρχης Σμυρλής. Θύματα της
έξαψης των παθών που αποκορυφώθηκαν κατά την τριήμερη μάχη
οι δύο αδερφές Ρόη και Μαρία Γ. Μπένου. Σκοτώθηκαν στ Νιχώρι
μετά τη μάχη από γυναίκα που εκδικήθηκε το σκωτομό
πρωτοξαδέρφου της τον οποίο είχε σκοτώσει (όπως ισχυρίστηκε) ο
αδελφός τους Π. Μπένος ως διοικητής ταγματασφαλίτικου λόχου
Κοπανακίου. Πρόκειται καθαρά για περίπτωση αντεκδίκησης γιατί
τα δύο κορίτσια δεν είχαν καμία σχέση με τα Τάγματα Ασφαλείας.
Μέσα στο Μελιγαλά επίσης σκοτώθηκε από Ιθωμήτες η Βασίλω
Πανούση από τα Ζερμπίσια γιατί είχε προβεί σε καταδόσεις.
Θύματα αδέσποτων σφαιρών η γυναίκα του Γρηγόρη Σπανάκου, η
Θεοδώρα θυγατ. Στ. Μπέστα, ο έμπορος Γ. Κανελλόπουλος ή
Κουτσαβίτης.
Πέρα από μερικά σπίτια (δεν ξεπερνούν τα 5-6) που κάηκαν στην
Κάτω Ρούγα και γύρω από τον Αγιοταξιάρχη και τα Ρεκέικα αλλα
τόσα σπίτια μεταξύ των οποίων και της Σούλας Τζαβάρα (που ο
γιός της λοχίας του αντάρτικου σφάχτηκε τραυματισμένος την
πρώτη μέρα της μάχης) στη Νιφορούγα κάηκαν από μια ομάδα
ανταρτών του 8ου Συντάγματος που την καθοδηγούσε ο κουρέας
Γιάννης Παναγόπουλος ταγματασφαλίτης από το Μελιγαλά. Ο
Παναγόπουλος πιάστηκε και αργότερα εκτελέστηκε.
Μια διμοιρία του 8ου Συντάγματος που κινείται στον κεντρικό
δρόμο που από τη Μαυροζούμενα καταλήγει στα Δορκοφικέικα
στον Κάτω Μελιγαλά, σκοτώνουν 5-6 περίπου μετά την πτώση του
Μελιγαλά. Οι χιλιάδες άμαχων χωρικών που έχουν συγκεντρωθεί
γύρω από το Μελιγαλά και με κραυγές καλούν τους
ταγματασφαλίτες να παραδοθούν, μπαίνουν στο Μελιγαλά και
αρχίζουν άγρια λεηλασία.
Μια λεηλασία που για τον προσεκτικό παρατηρητή δεν αποβλέπει
στην αρπαγή ειδών αλλά στην εκδίκηση (στο σημείο αυτό αναφέρει
δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα).
Πολλά έχουν γραφτεί και γράφονται και πολλά θα γραφτούν ακόμη
για τα γεγονότα που ακολούθησαν τη μάχη. Ούτε μέσα στο
Μελιγαλά, ούτε στον ομαδικό τάφο της Πηγάδας υπάρχουν
κατακρεουργημένοι. Μια αδιάψευστη μαρτυρία προκειμένου περί
της Πηγάδας, αποτελεί η ιατροδικαστική έκθεση η οποία συνετάγη
το 1945 από συνεργείο Βρετανών γιατρών που έστειλαν τα
Βρετανικά Εργατικά Συνδικάτα και την οποία προσυπογράφει ο
τότε Πρωτοδίκης Πρινόπουλος. Η έκθεση αναφέρει ότι όλοι οι εντός
του ομαδικού τάφου της Πηγάδας έχουν φονευθεί δια πυροβόλου
όλπου.
Οι μοναδικές εκτελέσεις που έγιναν με μαχαίρια και ρόπαλα ήταν
εκείνες του Σπ. Καραγεώργη από τη Λάμπαινα και του Κ. Μαρούλη
από τον Ανεμόμυλο (στη συνέχεια ο συγγραφέας καταγγέλει
συγκεκριμένες δολοφονίες με πρωταγωνιστές αυτούς)».
*
Όπως σημειώνει ο Σπ. Ξιάρχος, αμέσως μετά την εισβολή των
αμάχων εγκατστάθηκε μέσα στο Μελιγαλά το Φρουραρχείο του
ΕΛΑΣ, έβγαλε περιπόλους μέσα στην πόλη και τοποθέτησε
φρουρές στις εξόδους απαγορεύοντας να βγει κανένας με ζώα ή
πράγματα αν δεν υπήρχε σφραγίδα του Φρουραρχείου: «Οι
περίπολοι προσπαθούσαν να σταματήσουν την αιματοχυσία αλλά
το έργο τους ήταν πολύ δύσκολο γιατί οι πολίτες που είχαν μπει
αφηνιασμένοι στο Μελιγαλά ήταν συγγενείς εκτελεσμένων από τα
τάγματα και τους Γερμανούς, συγγενείς ή γνωστοί ανταρτών και
δεν φοβόντουσαν τους αντάρτες. Μια γυναίκα ακούστηκε να λέει
εκεί δίπλα στο καφενείο του Πάνια: “Οι ταγματασφαλίτες
σκοτώσανε τον άντρα μου, σκοτώστε κι εσείς εμένα να πάνω κοντά
του”. Τελικά γύρω στις 4 το απόγευμα αποκαταστάθηκε η τάξη στο
Μελιγαλά. Εκείνη ακριβώς την ώρα έφθασε στο Μελιγαλά και ο
Αρης Βελουχιώτης με τους μαυροσκούφηδες.
Πολίτες και ένοπλοι, η πλειoνότητα του πληθυσμού που βρέθηκε
στο Μελιγαλά, συγκεντρώθηκε στα ισόγεια του παλιού Γυμνασίου,
στο Ειρηνοδικείο, στα Δρουτσέικα σπίτια, τα Δορκοφικαίικα, τα
Καραβιτέικα και το παράστημα του γυμνασίου που βρισκόταν
απέναντι από το μπεζεστένι.
Εκεί από αυτούς τους χώρους έγινε ένα πρώτο ξεκαθάρισμα από
το οποίο 1.200 περίπου στρατιώτες και πολίτες κλείστηκαν στο
μπεζεστένι μέχρι το απόγευμα της πρώτης ημέρας και άρχισε η
εγγραφή τους σε καταλόγους. Οι άλλοι 8-9 χιλιάδες περίπου
αφέθηκαν ελεύθεροι να πάνε στα σπίτια τους ή τα χωριά τους».
*
Στις 16 Σεπτεμβρίου έγινε στο ναό του Αγίου Ιωάννου η κηδεία των
38 ανταρτών που σκοτώθηκαν στη μάχη και θάφτηκαν όλοι στο
νεκροταφείο Μελιγαλά σύμφωνα με το Σπ. Ξιάρχο, ο οποίος
αναφερόμενος στο κρίσιμο ζήτημα των εκτελέσεων γράφει: «Λίγο
μετά την κηδεία των ανταρτών άρχισαν οι εκτελέσεις
ταγματασφαλιτών. Μια επιτροπή εγκαταστάθηκε σε σπίτι κοντά στα
Νιφορέικα και άρχισε να εξετάζει τους καταλόγους με τα ονόματα
των κρατουμένων. Κανείς δεν μπόρεσε να μάθει πως
συγκροτήθηκε αυτή η επιτροπή, ούτε τίνος εντολή». Ο συγγραφέας
έζησε την ιστορία από κοντά, γνωρίζει πρόσωπα και πράγματα και
στη συνέχεια αναφέρει δύο ιστορίες με παρεμβάσεις δικηγόρων
που ανήκαν στο ΕΑΜ προκειμένου να μην εκτελεστούν
κατηγορούμενοι, ενώ σημειώνει ότι «σε μια από τις πρώτες
συνοδείες που πήγαιναν για εκτέλεση ήταν και ο γέρο Γιάννης
Λατζούνης, πατέρας του πρώην βουλευτή Μίμη Λατζούνη. Ο Αρης
Βελουχιώτης βρέθηκε στη συμβολή ακριβώς του κεντρικού δρόμου
που διασχίζει το Μελιγαλά και του δρόμου Ζευγολατειό-Μελιγαλά-
Σκάλα. Καθώς είδε το γέρο δεμένο στη γραμμή διέταξε να τον
λύσουν και να τον αφήσουν να πάει σπίτι του. Ο Αρης ούτε
γνώριζε ποιος είναι αυτός που ελευθέρωνε ούτε ρώτησε τ όνομά
του».
Και συνεχίζει: «Ο αριθμός των εκτελεσθέντων δεν είναι γνωστός,
πάντως οι έρευνες που κάμαμε και που κράτησαν ολόκληρα
χρόνια οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι σκοτωμένοι στη μάχη,
εκείνοι που σκοτώθηκαν από αδέσποτες, όπως κι εκείνοι που
σκοτώθηκαν αμέσως μετά την κατάληψη του Μελιγαλά καθώς και
οι εκτελεσθέντες πρέπει να προσεγγίζουν τους 400. Από αυτούς
120 περίπου πρέπει να είναι οι φονευθέντες κατά τη μάχη ή
αμέσως μετά την κατάληψη του Μελιγαλά ή από αδέσποτες. Οι
εκτελεσθέντες στην Πηγάδα δεν ξεπερνούν τους 280 με 350».
*
Το απόσπασμα που προαναφέρθηκε δίνει μια ψύχραιμη
αποτίμηση των γεγονότων που οδήγησαν στο θάνατο όχι μόνον
ταγματασφαλίτες αλλά και άμαχους, κάτω από το κράτος της
ενστικτώδους επιθυμίας για αντεκδίκηση. Κρατώντας ως μεγάλο
ερωτηματικό για την πατρότητα και τη σκοπιμότητα της απόφασης
για εκτελέσεις με συνοπτικές διαδικασίες, αφού κανένας εκ των
πρωταγωνιστών δεν μίλησε γιαυτή την ιστορία (εξαιρουμένων
εκείνων που «μίλησαν» για να γλυτώσουν τη ζωή τους και ως εκ
τούτου μόνον έγκυρη δεν μπορεί να θεωρηθεί η μαρτυρία τους*),
θα πρέπει να απαντηθεί προηγουμένως ένα άλλο μεγάλο
ερώτημα: Μπορούσε να αποφευχθεί η μάχη και η αιματoχυσία;
Η απάντηση είναι αναμφίβολα «ναι» και την δίνει ο Σπ. Ξιάρχος
στο βιβλίο του «Η αλήθεια για το Μελιγαλά». Εκεί αναφέρει ότι
μόλις οι ταγματασφαλίτες από την Καλαμάτα κουβαλήθηκαν στο
Μελιγαλά. Η τοπική ηγεσία ανησύχησε και πρωτοστατούντος του
Περικλή Μπούτου, του γιατρού Αλκιβιάδη Λατζούνη, του δικηγόρου
Χρ. Μπένου και του Γιάννη Θεοφίλη κατέληξαν στην απόφαση να
ζητηθεί από την ηγεσία του τάγματος να εγκαταλείψει το Μελιγαλά
μετακινούμενο προς Τρίπολη ή προς Γαργαλιάνους. Και συνεχίζει
ο Σπ. Ξιάρχος: «Εάν υπάρχουν κάποιοι που θέλουν να φύγουν
μαζί κανείς δεν μπορεί να τους εμποδίσει, δήλωσαν οι παραπάνω
μ την προσθήκη ότι αυτοί που έμεναν στο Μελιγαλά για να
προστατέψουν του αμάχους και εάν οι αντάρτες θέλουν μερικές
ζωές είναι πρόθυμοι να δώσουν τις δικές τους.
Ο Περ. Μπούτος βασιζόταν στη φιλελεύθερη πολιτική του
τοποθέτηση, ο Γιάννης Θεοφίλης σε δεσμούς που είχε αξ
αγχιστείας με στελέχη του ΕΑΜ, ο Χρ. Μπένος στις σχέσεις του με
τους δικηγόρους Ηλ. Δεδούση και Πανταζή Φράγκο που κατείχαν
σημαντικές θέσεις στον ΕΑΜικό χώρο και ο Αλκιβιάδης Λατζούνης
στην αγάπη που του περιέβαλαν όλοι οι κάτοικοι της περιοχής
αδιακρίτως παρατάξεως.
Η πρόταση έγινε δεκτή από τον διοικητή του τάγματος ταγματάρχη
Διον. Παπαδόπουλο αλλά αποκρούστηκε από το Νομάρχη
Περρωτή και την παρέα του αλλά και το γυμνασιάρχη Π. Τσίτουρα.
Δεύτερη προσπάθεια του Μπούτου και της τοπικής ηγεσίας για να
γλυτώσει ο Μελιγαλάς την αιματοχυσία, έγινε αμέσως μετά την
έναρξη της πολιορκίας. Αλλά και αυτή προσέκρουσε στην
αδιαλλαξία των περί τον Περρωτή. Ο Περρωτής με τους ενόπλους
του από την Καλαμάτα συμπεριφέρονταν στο Μελιγαλά ως
κατακτητές. Αμέσως ανάλαβαν τον έλεγχο του Φρουραρχείου και
των φυλακίων και διέδιδαν περί σφαγών στην Καλαμάτα.
Ενήργησαν δε και κρατήσεις «υπόπτων» ταγματασφαλιτών.
Ας σημειωθεί ότι η αποστολή του Αρχιμανδρίτη Ιωήλ
Γιαννακόπουλου και του Αγγλου λοχαγού Γκίμπσον δεν μπήκε στο
Μελιγαλά. Δεν της επέτρεψε ο Περρωτής να μπει στο Μελιγαλά.
Συναντήθηκαν μόνον με τον ίδιο, με τον Εισαγγελέα Γαλόπουλο και
τον ταγματάρχη Γρουσουζάκο και απέρριψαν κάθε ιδέα για
συζήτηση περί παραδόσεως υπό όρους.
Ο Περρωτής αναμιγμένος στις εκτελέσεις εκατοντάδων Ελλήνων
που έγιναν στο Σύνταγμα και θάφτηκαν στα σφαγεία, δεκάδων που
δύο φορές εκτελέστηκαν στην όχθη του Νέδοντα, δεμένος με αίμα
με μερικούς φονιάδες του περιβάλλοντός του, γνώριζε για την τύχη
που τον περίμενε και αντιδρούσε σε κάθε προσπάθεια για μια
συνδιαλλαγή. Είχε φέρει μαζί του από την Καλαμάτα και μια
δύναμη “σκληρών”, αδιάλλακτων. Αλλά κα στο Μελιγαλά υπήρχε
μια τέτοια ομάδα που μέχρι τέλους Ιουλίου την εκπροσωπούσε ο
αξιωματικός Σταμάτης Δημητρακόπουλος από τη Μουζούστα, ο Γ.
Κούκης από το Βασιλικό, ο Θανάσης Καστανάς από το Νιχώρι, ο
Δημ. Πολίτης (Μιμ. Αρις) από τον Αρη, ο Φώτης Ζαμπάρας απ΄τη
Ρεμματιά αλλά και ο γυμνασιάρχης Π. Τσίτουρας».
Η άρνηση των ταγματασφαλιτών να εγκαταλείψουν το Μελιγαλά
και στη συνέχεια κάθε συζήτης να παραδοθούν υπό όρους,
οδήγησε στη μάχη, την κατάληψη της κωμόπολης και τις εκτελέσεις
ταγματασφαλιτών και αμάχων καθώς φούντωνε η λαϊκή οργή και η
απαίτηση για εκδίκηση με κάθε τρόπο, επηρεάζοντας και τη στάση
του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ παρά την κεντρική γραμμή***.
*
Σημειώσεις
*Οι Αγγλοι που βρίσκονταν στην Καλαμάτα με τη Συμμαχική
Αποστολή το Σεπτέμβρη του 1944, χαρακτήριζαν ως προδότες
τους ταγματασφαλίτες. Ισως με το δικό τους τρόπο έσπρωχναν στη
σύγκρουση εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι υπήρχαν δυνάμεις και
μέσα στις γραμμές των αντιστασιακών οργανώσεων που κινούνταν
σε αυτή τη λογική, σε αντίθετη με την κεντρική θέση. Στις 11
Σεπτεμβρίου, στο Δημαρχείο (Αριστομένους και Κολοκοτρώνη) είχε
συγκεντρωθεί κόσμος και ο Βρετανός Σύνδεσμος Αξιωματικός
Ντόναλντ Γκίμπσον βγαίνοντας κάποια στιγμή στο μπαλκόνι,
απευθυνόμενος στους συγκεντρωμένους είπε «χαιρετίζω την
πρώτη μεγάλη πόλη της Πελοποννήσου, την Καλαμάτα, που
λευτερώθηκε πρώτα από τους Ιταλούς, ύστερα από τους
Γερμανούς και τελευταία από τους προδότες Τάγματα Ασφαλείας»
(«Ελεύθερη Μεσσηνία» 12/9/1944).
Πρόκειται για πρόσωπο που έχει διαδραματίσει σοβαρό ρόλο στην
ιστορία, της οποίας οι πτυχές δεν είναι όλες γνωστές. Πρέπει να
σημειωθεί ότι αργότερα οι αναφορές του Γκίμπσον έσταζαν
φαρμάκι κατά του ΕΛΑΣ. Παρόμοιου ύφους είναι και το έγγραφο
της Συμμαχικής Στρατιωτικής Αποστολής (Σταθμός Καλαμάτας,
ίσως ο ίδιος αξιωματικός) προς τη διοίκηση της 9ης Ταξιαρχίας του
ΕΛΑΣ που δημοσιεύτηκε στις 11 Σεπτεμβρίου στην «Ελεύθερη
Μεσσηνία»: «Σας πληροφορώ ότι εις τρίτος αξιωματικός, ο
λοχαγός Ουίλκις προσεκολλήθη εις τον σταθμόν. Η εργασία του
αξιωματικού τούτου είναι σχετικώς με την περίθαλψιν και έχει
ανάγκη πληροφοριών όσον το δυνατόν καλλιτέρας της Καλαμάτας.
Ενεκα τούτου προτίθεμαι να μεταφέρω τον σταθμόν μου εις την
πόλιν της Καλαμάτας, όταν η υπόθεσις σχετικώς με τους φασίστας
προδότας, τα Τάγματα Ασφαλείας, τερματισθή από υμάς, δηλαδή
μέχρις ότου η πόλις ευρεθή τελείως εις τας χείρας του ΕΛΑΣ και
υπό τον έλεγχό σας […] Σας παρακαλούμε όπως διατάξητε τας υφ’
υμάς μονάδας να διευκολύνουν την είσοδόν μας εις την πόλιν
μόλις αυτή καταληφθή από υμάς. Ενεργούμεν κατόπιν εντολών τας
οποίας ελάβομεν από το Γενικόν Στρατηγείον Μέσης Ανατολής και
επιθυμώ να τονίσω ότι δεν επιθυμούμεν να έχομεν ουδεμίαν
δοσοληψίαν με ουδέν μέλος των Ταγμάτων Ασφαλείας».
**Ολη η προπαγάνδα σχετικά με το Μελιγαλά, στηρίζεται ακόμη και
σήμερα σε δύο βιβλία που έγραψε ο δικηγόρος (από την
Καλαμάτα) Γιάννης Καραμούζης με τίτλο «Να γιατί σας πολεμώ»
(1949) και «Πατριώτες και προδότες στο Μοριά» (1950). Ο
Καραμούζης ήταν δικηγόρος, ηγετικό στέλεχος του ΕΑΜ και
αντιπρόσωπος της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης στον
εμφύλιο. Συνελήφθη κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων στον
Ταΰγετο το Μάιο του 1949 («Θάρρος» 20/5/1949) και λίγες ημέρες
αργότερες καταδικάζεται τετράκις σε θάνατο. Απολογούμενος
αποκήρυξε τον κομμμουνισμό και την προηγούμενη δράση του
(«Θάρρος» 27/5/1949). Σε αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που
προσέφερε στην προπαγάνδα των νικητών του εμφυλίου, δεν
εκτελέστηκε και άρχισε να περιοδεύει την Πελοπόννησο με
χαρακτηριστική την «υποδοχή» από το «Θάρρος» (20/9/1949):
«Δι’ ημάς και δια τους ακροατάς του Ιωαν. Καραμούζη, σημασίαν
έχει το γεγονός ότι ένα δυναμικό στέλεχος του
κομμουνιστοσυμμοριτισμού της Πελοποννήσου, έστω και αργά
αντελήφθη την πλάνην του και είναι διατεθειμένος να επανέλθη εις
την εθνικήν οικογένειαν, την οποίαν μετά τόσης μανίας επολέμησε
επί έτη ολόκληρα». Οι «διαλέξεις» όμως δεν έφταναν στο
καθεστώς του τρόμου που εγκαταστάθηκε μετά το τέλος του
εμφυλίου και έτσι έγραψε απανωτά δύο βιβλία με τερατολογίες
πάνω τα οποία αποτελούν ακόμη όπλο του χυδαίου
αντικομμουνισμού. Ένα μικρό απόσπασμα από το «Θάρρος»
(28/12/1949) για την… αξιοπιστία του Καραμούζη: «Οπως είχε
προαναγγελθεί την Κυριακήν των Χριστουγέννων ωμίλησε εις την
πλατείαν Βας. Γεωργίου Β’ ο πρώην επίτροπος Ταϋγέτου Ιω.
Καραμούζης ή… συναγωνιστικώς Καραμουζόγιαννης. Αν και το
κρύο ήταν τσουχτερό, πλήθος κόσμου συνεκεντρώθη και ήκουσε
τον τέως τρίφιμον του Μπούλκες αφηγούμενον τα συμμορίτικα
όργια».
***Ο ταγματάρχης Τζον Μάλγκαν, ως επίσημος εκπρόσωπος της
Συμμαχικής Αποστολής στην Ελλάδα, στις 26 Αυγούστου
προειδοποιεί τους ταγματασφαλίτες: «Σας δηλώνω εξ ονόματος
της ΣΣΑ, η οποία συνεργάζεται με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ, ότι
καμιά προστασία δεν θα δοθεί σε εκείνους που εξακολουθούν να
βοηθούν τους Γερμανούς. Η μόνη σωτηρία σας είναι να
εγκαταλείψετε τους Γερμανούς τώρα και να καταθέσετε τα όπλα με
τους εξής όρους: δυνάμεθα να σας υποσχεθούμε ότι θα ζήσετε,
αλλά εκείνοι που θα εξακολουθήσουν να μαχονται κατά της
Ελλάδος και των συμμάχων της δεν έχουν καμιά ελπίδα
σωτηρίας». Την έκκληση επαναλαμβάνει και ο Σαράφης στις 3
Σεπτεμβρίου δεσμεύεται δημοσίως έναντι των Ταγμάτων ότι,
εφόσον παραδοθούν χωρίς αντίσταση, «ο ΕΛΑΣ εγγυάται εις
όλους ανεξαιρέτως ασφάλειαν ζωής, ελευθερίαν επανόδου εστίας».
[Ο άγγλος αξιωματικός Γκίμπσον («καμπούρης» στο
παρατσούκλι), ο οποίος έπαιξε αμφιλεγόμενο και ύποπτο ρόλο στη
διάρκεια των συγκρούσεων του ΕΛΑΣ με τους ταγματασφαλίτες]
……………………………………………………………………………
………….
Ημέρες εργαλειοποίησης του «Μελιγαλά»
από φασίστες και κρυπτοφασίστες με «ολική επαναφορά» της
μεταμφυλιακής εθνικοφροσύνης που ενσωμάτωσε το δοσιλογισμό
ως «εθνική αξία».
Με τον ακροδεξιό και ναζιστικό εσμό, δεν μπορεί να γίνει ασφαλώς
συζήτηση, αλλά για τον κόσμο που αναρωτιέται οφείλουμε να
κάνουμε τις αναγκαίες αποσαφηνήσεις.
Η μάχη του Μελιγαλά και τα όσα ακολούθησαν δεν είναι
«εμφύλιος». Η λέξη έχει μεγάλο πολιτικό και συναισθηματικό
φορτίο, από ορισμένους μάλιστα εκλαμβάνεται ως και η «μοίρα»
του ελληνικού κράτους από την εποχή της επανάστασης. Στη
διάρκεια της επανάστασης του 1821 είχαμε δύο εμφυλίους. Αλλά
αυτοί ήταν ανάμεσα σε εκείνους που πολεμούσαν για την
απελευθέρωση. Δεν ήταν ανάμεσα στους πατριώτες και τους
προδότες που μπήκαν στην υπηρεσία του Ιμπραήμ, για τους
οποίους ο Κολοκοτρώνης διαμήνυσε «φωτιά και τσεκούρι στους
προσκυνημένους». Η «εθνική» ιστοριογραφία καταγράφει ως
«προδότες» και «προσκυνημένους» εκείνους που πήγαν με τον
εχθρό. Αλλά θεωρεί «εθνικούς ήρωες» τους συνεργάτες των
Γερμανών, τους ταγματασφαλίτες.
*
Οι ταγματασφαλίτες στη διάρκεια της κατοχής, δήλωναν
υπερήφανοι για τη συνεργασία τους με τους Γερμανούς. Είχαν
πεισθεί ότι οι Γερμανοί θα είναι πάντα κυρίαρχοι στον τόπο και αν
έφευγαν θα τους παρίδιδαν τα… κλειδιά με εκτελεσμένους τους
πατριώτες. Ο αρχηγός τους στην Πελοπόννησο Διον.
Παπαδόγγωνας μιλώντας στην Καλαμάτα κατά τη διάρκεια των
κοινών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων που οργανωσαν οι Γερμανοί
μαζί με τους ταγματασφαλίτες κομπάζει ότι: «Είτα ανέπτυξε τας
ενεργείας τας οποίας κατέβαλλεν εν Αθήναις παρά ταις
Γερμανικαίς αρχαίς διά την ενίσχυσιν των Εθνικών δυνάμεων της
χώρας δι’ όπλων και πολεμοφοδίων προς καταπολέμησιν του
κομμουνισμού, εξήρε την προθυμίαν και την κατανόησιν, την
οποίαν συνήντησε εκ μέρους αυτής και εξιστόρησε τα της
συστάσεως των Εθνικών Ταγμάτων ασφαλείας» (Κοινή έκδοση
καλαματιανών εφημερίδων υπο γερμανικό έλεγχο 19/4/1944).
Τη… σκυτάλη παίρνει ο περιβόητος Στούπας, αρχηγός των
ταγματασφαλιτών στη Μεσσηνία με τρομακτικές εκκαθαριστικές
επιχειρήσεις που συνοδεύτηκαν από δολοφονίες, συλλήψεις,
εκτελέσεις, εμπρησμούς, λεηλασίες και βιασμούς σε ολόκληρη τη
Μεσσηνία, που δηλώνει χωρίς ενδοιασμούς: «Σας λέγουν ότι
συνεργαζόμεθα με τους Γερμανούς. Ναι. Μας παρέσχον οπλισμόν
δια την καταπολέμησιν του κομμουνισμού και μόνον και μας
συντρέχουν εις την καταπολέμησιν της γάγγραινας αυτής και
γνωρίσετε πολύ καλά με πόσας θυσίας έχουν και αυτοί πληρώσει
εις αίμα και ίσως περισσότερον ημών». (Κοινή έκδοση
καλαματιανών εφημερίδων υπό γερμανικό έλεγχο 30/5/1944).
Μέγας και τρανός εθνοπροδότης ο Παπαγόγγωνας επιστρέφει
στην Αθήνα μετά από μεια μεγάλη εκκαθαριστική επιχείρηση
Γερμανών και ταγματασφαλιτών στον Ταΰγετο και μετά στον
Πάρνωνα, στη διάρκεια της οποίας εκτελέστηκαν εκατοντάδες
άμαχοι καθώς ο ναζιστικός εσμός δεν κατάφερε να εγκλωβίσει τις
δυνάμεις του ΕΛΑΣ. Και εκφωνεί λόγο στο Σύνταγμα υπό τα
χειροκροτήματα των Γερμανών: «Επιβάλλεται σήμερον άμεσος και
ειλικρινής συνεργασία μετά του Γερμανικού Στρατού Κατοχής προς
επαναφοράν της τάξεως και της γαλήνης εν τη χώρα μας»
(«Ακρόπολις 21/61944).
Είναι ο ίδιος που συγχαίρει τον Χίτλερ «επί τη διασώσει του» τον
Αύγουστο του 1944 για να μην νομίζει κανένας ότι πρόκειται περί…
συνωνυμίας.
*
Δήλωναν περήφανοι και μετά τον εμφύλιο, όταν ενσωματώθηκαν
στον «εθνικό κορμό» (αν και για την ακρίβεια αυτοί τον
αποτέλεσαν) και νόμισαν πως έφτασε το τέλος της ιστορίας που θα
είχε θάψει την προδοσία τους:
Εγραφε στα… απομνημνεύματα ο αρχηγός των ταγματασφαλιτών
στο Μελιγαλά Διον. Παπαδόπουλος: «Μια δραξ ανωτέρων
αξιωματικών , μ’ επί κεφαλής τον αείμνηστον Συνταγματάρχην
Παπαδόγκοναν Διον., ανέλαβον να σώσωσι τον Μωρηά από το
άγος του κομμουνισμού προστατεύοντες τους πραγματικούς
Ελληνας από τους Σλαύους. Απεφασίσαμεν εις συσκέψεις εν
Αθήναις ότι έπρεπε να πάρωμεν τα όπλα ουχί μόνον από τους
Γερμανούς αλλά και από τον Ιούδαν Ισκαριώτην, αρκεί δια τούτων
να εκτυπάτο ο φοβερός εχθρος, ο κομμουνισμός, και να
επροστατεύετο ο Ελληνισμός. Ετσι έγιναν τα τάγματα ασφαλείας
Νοτίου Πελοποννήσου με αρχηγείον την Τρίπολιν. Εύρομεν προς
τούτο την οδόν χάρις εις τους κ. κ. Βρετάκον Λ. (Σπάρτη) και τον
ιατρόν Περρωτήν Δ. (Καλάμαι) και τινάς άλλους οίτινες είχον
αρχίσει ενωρίτερον σχηματίσαντες τους πυρήνας τούτων»
(«Μεσσηνία» 19/5/1952).
Για να ομολογήσει ο υπαρχηγός του Τάγματος Ασφαλείας
Παναγιώτης Καζάκος σε έκθεση: «Κατά τον μήνα Ιούνιον και
Ιούλιον 1944 και επί 40ήμερον το Τάγμα (μείον Λόχος) υπό την
Διοίκησιν του Ταγματάρχου Στούπα Π. ενήργησεν εκκαθαριστικάς
επιχειρήσεις εις Ταύγετον εν συνδυασμώ και με επιχειρούσας
γερμανικάς δυνάμεις διά την εξόντωσιν του συγκροτήματος του
ΕΛΑΣ εις την περιοχήν ταύτην. (Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού
έκθεση «Περί ιστορίας Τάγματος Ασφαλείας Καλαμάτας (Μελιγαλά)
από 1-2-1944 ότε συνεκροτήθη μέχρι τις 31-10-1944 ότε
διελύθη»).
*
Σε αυτούς επιτέθηκαν οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ που πολεμούσαν τον
Ιμπραήμ του 20ου αιώνα, τους Γερμανούς ναζί που μαζί με τους
προδότες είχαν εκτελέσει εκατοντάδες πατριώτες, είχαν λεηλατήσει
τον τόπο και είχαν προβεί σε απίστευτες αγριότητες στη διάρκεια
εκκαθαριστικών επιχειρήσεων. Γιαυτό δεν ήταν «εμφύλιος». Ηταν
οργανωμένη προσπάθεια εξόντωσης των πατριωτών, που είχε
ξεκινήσει στο όνομα του «κομμουνιστικού κινδύνου» από την
εποχή του μεσοπολέμου. «Δώρο» στους έχοντες αμφιβολία, ένα
άρθρο της εφημερίδας «Σημαία» σε ανύποπτο χρόνο (1933) με το
οποίο εκθειάζεται ο Χίτλερ και οι διώξεις των κομμουνιστών: «Εις
την Γερμανίαν ο προεκλογικός αγών εξελίσσεται μοιραίως εις
εσωτερικήν επανάστασιν. Ο Χίτλερ, ο αρχηγός των
Εθνικοσοσιαλιστών αντελήφθη ότι ο επαπειλών την Γερμανίαν
κίνδυνος είναι ο κομμουνισμός. Και καταβάλει γιγαντιαίας
προσπαθείας όπως τον εκριζώση. Αι κομμουνιστικές ενώσεις
διαλύονται η μια μετά την άλλην και οι κομμουνισταί διώκονται
αμειλίκτως. Δεν γνωρίζομεν, ούτε δυνάμεθα να μαντεύσωμεν πως
θα εξελιχθεί η κατάστασις εις την μεγάλην εκείνην χώραν. Αλλά τα
συμβαίνοντα εκεί αποτελούν δια τους άλλους λαούς διδακτικώτατα
μαθήματα […] Τώρα ενεφανίσθη ο Χίτλερ όστις ανέλαβε τον
τεράστιον αγώνα να να καταβάλη και εκριζώσει τον κομμουνισμόν
από την χώραν του. Θα το κατωρθώση άραγε; Και η Ιταλία ευρέθη
άλλοτε ενώπιον παρομοίου κινδύνου. Αλλ’ εκεί ενεφανίσθη ο
Μουσολίνι, μια μεγάλη προσωπικότης, όστις ηδυνήθη να επιβληθεί
και ο κομμουνισμός κατετροπώθη, και η Ιταλία σήμερον εποχήν
παγκοσμίου κρίσεως ευημερεί […] Το διδακτικόν συμπέρασμα
όπερ ανακύπτει εκ των συμβαινόντων εν Γερμανία είναι ότι ο
κομμουνισμός πρέπει να καταπνίγεται εν τη γενέσει του προτού
ανδρωθή [..] Είθε το εν Γερμανία διδόμενον παράδειγμα να γίνη δι’
ημάς διδακτικόν μάθημα» («Σημαία» 17/2/1933).
Όταν οι φασίστες ξετρυπώνουν σαν τα ποντίκια από τους οχετούς
της ιστορίας, η μνήμη και η γνώση είναι το μόνο όπλο…
[Ο Βρεττάκος κάνει παρέλαση στην γερμανοκρατούμενη Καλαμάτα
τον Ιανουάριο του 1944 συλλαμβάνοντας εκατοντάδες πατριώτες
που εκτελέστηκαν στη συνέχεια ως κρατούμενοι στα κάτεργα τη
Τρίπολης, από αυτούς 200 περίπου στην Παλιόχουνη]
…………………………………………………………………………….
Η σύγκρουση στο Μελιγαλά δεν ήταν εμφύλιος,
αλλά μια μάχη ανάμεσα στους αντάρτες και τους ταγματασφαλίτες
που αποτέλεσαν το «σιδηρού βραχίονα» των κατακτητών (στην
Μεσσηνία εν προκειμένω). Όμως η σύγκρουση στο Μελιγαλά
αποτέλεσε το «πρελούδιο του εμφυλίου πολέμου».
Οι Αγγλοι θεωρούσαν δικό τους προτεκτοράτο την Ελλάδα και
ασφαλώς υποχρέωσή τους να παλινορθώσουν το αστικό
καθεστώς και τη Βασιλεία. Εδιναν υποσχέσεις και στο ΕΑΜ και στα
Τάγματα Ασφαλείας. Καταδίκαζαν δημόσια τη στάση τους στο
τέλος, αλλά υπόσχονταν «προστασία» στον Παπαδόγκονα.
Θεωρώ εξαιρετικά «διαφωτιστική» την τοποθέτηση του Γεώργιου
Παπανδρέου ο οποίος είχε ταυτιστεί απολύτως με την αγγλική
πολιτική στη διάρκεις της Κατοχής και μετέπειτα, όταν
«απολογούμενος» για την αποκήρυξη των Ταγμάτων Ασφαλείας,
σε ομιλία του το 1950 χαρακτήρισε «εθνικές δυνάμεις» τους
γερμανοπροδότες και δήλωσε ότι αυτή ήταν αποτέλεσμα
απαίτησης των Αγγλων για να μην συγκρουστούν με την Σοβιετική
Ενωση η οποία δεν θα μπορούσε να ανεχθεί τη διατήρησή τους
γιατί «είχον εξοπλιστεί από τον «εχθρόν». Συγκλονιστική ομολογία
για το παιχνίδι των Αγγλων από τον άνθρωπό τους που στη
συνέχεια ανέλαβε να οδηγήσει τη χώρα στα Δεκεμβριανά: «Η
αποκήρυξις των εθνικών τούτων δυνάμεων ήτο απαίτησις των
Αγγλων, οι οποίοι δεν ήθελαν να δώσουν λαβήν εις παρεξηγήσεις,
εφ’ όσον η τότε σύμμαχος Σοβιετική Ενωση δεν θα ηνείχετο την
διατήρησίν των δεδομένου ότι οι άνδρες των Ταγμάτων είχον
εξοπλισθεί από τον εχθρόν» («Θάρρος» 28/2/1950).
*
Αγγλοι και Παπανδρέου έσπρωξαν τη χώρα στα Δεκεμβριανά, ήττα
του ΕΛΑΣ και συμφωνία της Βάρκιζας, παράδοση των όπλων των
ανταρτών και από εκεί αρχίζει να ξετυλίγεται το νήμα της «λευκής
τρομοκρατίας» που οδήγησε στον εμφύλιο. Οι Αγγλοι ήρθαν ως
«τοποτηρητές» και άρχισαν να εξοπλίζουν επιλεκτικά τους
συγγενείς των ταγματασφαλιτών που σκοτώθηκαν στη μάχη του
Μελιγαλά ή εκτελέστηκαν ή λιντσαρίστηκαν από το αγριεμένο
μαυροφορεμένο πλήθος. Με τη συνδρομή της Εθνοφυλακής, της
Χωροφυλακής και των δικαστικών αρχών οι συμμορίες των
συγγενών ταγματασφαλιτών και εκείνων που αφέθηκαν ελεύθεροι
να πάνε στα σπίτια τους από το Μελιγαλά, εκδηλώθηκε ένα όργιο
διώξεων, δολοφονιών, βιασμών, εμπρησμών και καταστροφών
περιουσιών για περισσότερο από ένα χρόνο. Ο Μαγγανάς ήταν η
«εμβληματική» εγκληματική φυσιογνωμία των χιτών, αλλά
υπάρχουν πολλοί περισσότεροι που οργάνωσαν απίστευτα
εγκλήματα. Αλλά και ο ίδιος ο Μαγγανάς χρησιμοποίησε το
Μελιγαλά παριστάνοντας ότι… δραπέτευσε από την Πηγάδα, αλλά
αυτός εκείνο τον καιρό ήταν (δήθεν) τραυματίας και στη συνέχεια
φυλακισμένος στις φυλακές Αλεξανδράκη από όπου απολύθηκε
στη συνέχεια.
*
Στο Μελιγαλά εκδηλώθηκε ένα κλίμα αντεκδίκησης για τα
εκατοντάδες θύματα των ταγματασφαλιτών που τρομοκρατούσαν
για μήνες τη Μεσσηνία
[Για τα εγκλήματα αυτά αναλυτικά στο βιβλίο «Γερμανοί και
ταγματασφαλίτες – Η “διπλή κατοχή” στη Μεσσηνία» και στο
σύνδεσμο
https://eleftheriaonline.gr/.../germanoi-kai...
*
Το φαινόμενο της αντεκδίκησης δεν είναι εντοπίζεται μόνον στην
Ελλάδα, αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη και σε χώρες οι οποίες
είχαν υποστεί πολύ λιγότερα δεινά από την Ελλάδα. Και σε αυτό
συμμετέχουν ακόμη και συντηρητικών αντιλήψεων άνθρωποι.
Ο Μιχάλης Π. Λυμπεράτος γράφει:
«Ενδεικτικό του πόσο δύσκολο ήταν να αποτραπούν τα αντίποινα
από την πλευρά της αντίστασης είναι το γεγονός ότι ακόμη και σε
ευρωπαϊκές χώρες, με μικρότερες συνέπειες από τη δράση των
δυνάμεων Κατοχής, παρατηρήθηκαν φαινόμενα εκτεταμένων
αντεκδικήσεων. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, πάνω από 10.000
εκτελέστηκαν υπό συνοπτικές διαδικασίες από αντιστασιακές
ομάδες, λίγο πριν εγκατασταθούν κυβερνητικές αρχές μετά την
αποχώρηση των Γερμανών, όπως και στην Ιταλία (15.000). Αλλο
παράδειγμα στο Βέλγιο, όπου στις Βρυξέλλες λιντσαρίστηκαν
δημοσίως 265 άνθρωποι. Μάλιστα η κυβέρνηση της χώρας
αναγκάστηκε να αμνηστεύσει όλες τις επιθέσεις αντεκδίκησης
έναντι συνεργατών των Γερμανών, οι οποίες έγιναν 41 ημέρες μετά
την επίσημη ανακήρυξη της απελευθέρωσης της χώρας, ενώ στη
Γαλλία οι γυναίκες που κατηγορήθηκαν για σχέσεις με τους
Γερμανούς στρατιώτες ξεγυμνώθηκαν, κουρεύτηκαν και
υποχρεώθηκαν να παρελάσουν στους δρόμους πολλών γαλλικών
πόλεων» (Μιχάλη Π. Λυμπεράτου «Τα γερμανικά αντίποινα, τα
Τάγματα Ασφαλείας και ο ΕΛΑΣ». στο συλλογικό τόμο “Νότια
Πελοπόννησος 1935-1950” που εκδόθηκε από το Σύνδεσμο
Φιλολόγων Μεσσηνίας)
Ο Δημήτρης Λουκάς γράφει στην «Εποχή»:
«Στην απελευθερωμένη Γαλλία, πριν ακόμη οργανωθεί πλήρως το
νέο κράτος, ξέσπασε αυτό που έμεινε γνωστό ως épuration
sauvage — άγρια κάθαρση. Ένοπλες ομάδες της Αντίστασης και
τοπικοί πληθυσμοί εκτέλεσαν συνεργάτες χωρίς κανονική
δικαστική διαδικασία, άλλοι ξυλοκοπήθηκαν ή διαπομπεύθηκαν και
χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στο κύμα της εκδίκησης
που ακολούθησε την Απελευθέρωση. Δεν το έκαναν μόνο
κομμουνιστές ή αριστεροί, αλλά άνθρωποι από ολόκληρο το
φάσμα της γαλλικής Αντίστασης. Σε ολόκληρη την κατεχόμενη
Ευρώπη ο ένοπλος συνεργάτης του κατακτητή θεωρούνταν ότι είχε
παραβιάσει το θεμελιωδέστερο καθήκον προς την πατρίδα του.
Το παράδειγμα των Γάλλων Waffen-SS είναι αποκαλυπτικό. Τον
Μάιο του 1945, άνδρες της 2ης Τεθωρακισμένης Μεραρχίας του
στρατηγού Φιλίπ Λεκλέρκ, ενός ανθρώπου του Ντε Γκολ και κάθε
άλλο παρά κομμουνιστή, συνέλαβαν μια ομάδα Γάλλων εθελοντών
της Waffen-SS που είχαν υπηρετήσει τη ναζιστική Γερμανία. Οι
αιχμάλωτοι εκτελέστηκαν συνοπτικά χωρίς κανονική δίκη. Η
παράδοση γύρω από το περιστατικό αναφέρει ακόμη και έντονη
λεκτική αντιπαράθεση με τον Λεκλέρκ, αν και οι ακριβείς
λεπτομέρειες και ο βαθμός της προσωπικής του ευθύνης
παραμένουν αντικείμενο ιστορικής συζήτησης.
Δεν χρειάζεται να μυθοποιήσουμε ούτε αυτό το περιστατικό, γιατί
το ίδιο το γεγονός αρκεί: Γάλλοι που είχαν φορέσει τη στολή της
Waffen-SS αντιμετωπίστηκαν ως ένοπλοι συνεργάτες του εχθρού
και εκτελέστηκαν από στρατιώτες της ελεύθερης Γαλλίας. Ο
Λεκλέρκ δεν ήταν μπολσεβίκος ούτε πράκτορας της Μόσχας, αλλά
ένας από τους εμβληματικούς στρατηγούς της Γαλλίας του Ντε
Γκολ».
[Ολόκληρο το εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο σε αυτή τη διεύθυνση
https://epohi.gr/.../apodomontas-toys-mythoys.../...]
*
Η αντεκδίκηση δεν οργανώθηκε από κανέναν, ήταν αυθόρμητο
φαινόμενο μιας ταραγμένης εποχής κατά την οποία στα αυτιά των
οργισμένων πολιτών έφταναν τα λόγια του Κολοκοτρώνη στις
σχολικές γιορτές «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους» και
οι προειδοποιήσεις των Αγγλων για την τύχη των
ταγματασφαλιτών που δεν θα παραδίνονταν. Στο Μελιγαλά
υπάρχουν ταγματασφαλίτες που σκοτώθηκαν στη μάχη, θύματα
της αντεκδίκησης που εκδηλώθηκε με την εισβολή μεγάλου όγκου
αμάχων μετά το τέλος της μάχης και εκτελέσεις από έκτακτο
ανταρτοδικείο. Μια υπόθεση που δεν έγινε δυνατόν να
διελευκανθεί ιστορικά καθώς «ποινικοποιήθηκε» η συμμετοχή στην
εθνική αντίσταση από το μεταβαρκιζιανό καθεστώς και η ιστορία
λειτούργησε υπό το βάρος των διώξεων και των συνεπειών τους.
Και κανένας δεν ανέλαβε την ευθύνη των αποφάσεων. Αυτό το
«κενό» κάλυψε ο εξωμοτισμός πάνω στον οποίο στηρίχτηκε το
«εθνικό αφήγημα», που ζεσταίνεται και πάλι καθώς η ακροδεξιά
«παίρνει κεφάλι» και ο ναζισμός «κανονικοποιείται» από τις
δυνάμεις της δεξιάς…
*
Υπάρχει μια άγνωστη πλευρά αυτής της υπόθεσης. Το ΕΑΜ μετά
την απελευθέρωση είχε αρχίσει να εξετάζει αυτοκριτικά τη δράση
του μέχρι το φθινόπωρο του 1944. Και επιχείρησε να ανοίξει μια
συζήτηση την οποία έκλεισαν τα Δεκεμβριανά, η Βάρκιζα και η
«λευκή τρομοκρατία».
Εχει ενδιαφέρον από την άποψη αυτή ένα απόσπασμα από την
ομιλία του γραμματέα του ΕΑΜ Πελοποννήσου Τάση Κουλαμπά,
στην Α’ Ολομέλεια της Πελοποννησιακής Επιτροπής: «Το ΕΑΜ
έκανε επανάσταση, είχε ν’ αγωνιστεί για ΄, τι ωραίο κλείνει ο
άνθρωπος. Ηταν ο θεματοφύλακας της ζωής, του μέλλοντος και
της ιστορίας του έθνους μας. Οι φάσεις της πάλης του στάθηκαν
δραματικές. Αντιμετώπισε την ενωμένη αγριότητα καταχτητών και
προδοτών, ιδίως μάλιστα των τελευταίων που ξεπέρναγε σε
θηριωδίες τους πατρώνες τους και χτύπησαν πισώπλατα το
κίνημα.
Τα μέτα που πάρθηκαν ήσαν ανάλογα με τον κίνδυνο που
αντιμετωπίζουμε και τα ιδανικά που υπερασπιζόμαστε. Επρεπε να
νικήσουμε! Πάρθηκαν σκληρά μέτρα όπως το επέβαλαν οι
ανάγκες. Για να περιορίσουμε το μόλυσμα της προδοσίς και να
διατηρήσουμε ψηλά το εθνικό φρόνημα του λαού, να τον σώσουμε
από την ψυχική διαφθορά και την ατίμωση, εφαρμόσαμε εκείνο
πούγινε σε παρόμοιες συνθήκες στην επανάσταση του 21. Τα
λόγια δηλαδή του γέρπου του Μωρηά “τσεκούρι και φωτιά στους
προσκυνημένους». Είναι αλήθεια πως στο χτύπημα των προδοτών
έγιναν ενέργειες που δεν έπρεπε να γίνουν, που δεν εκφράζουν το
πνεύμα και τη γραμμή της οργάνωσης και ούτε εγκρίθηκαν ποτέ
από εμάς.
Η καταθλιπτική ατμόσφαιρα της δυσπιστίας, η ανάγκη ριζικών και
γρήγορων μέτρων, ωδήγησε που και που σε ακρότητες. Ανθρωποι
μη ψύχραιμοι ξένοι προς τις οργανώσεις του ΕΑΜ οδηγημένοι
πολλές φορές από προσωπικά μίση, δυσφήμησαν το έργο του
ΕΑΜ. Ακόμα και πράχτορες του εχθρού από πρόθεση και με
σκοπό να συκοφαντήσουν την οργάνωση και το έργο της,
περνώντας στις γραμμές μας προέβαιναν σε πράξεις αντίθετες με
τις αρχές και την καθοδήγηση του ΕΑΜ.
Η καθοδήγηση παρ΄όλες τις τεράστιες δυσκολίες που εμπόδισαν
την επαφή και επαγρύπνηση με τις οργανώσεις, γιατί ολόκληρο ο
Μωρηάς, ελέγχονταν από καταχτητές και ταγματασφαλίτες – εν
τούτοις έχει παραδώσει στη Δικαιοσύνη πολλούς τέτοιους
ανθρώπους που εγκλημάτισαν κινούμενοι από προσπωικά μίση ή
σαν πράχτορες του εχθρού. Και θα παραδώσει και άλλους».





